Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Γιορτάζουμε σήμερα 25 Νοεμβρίου, ημέρα μνήμης 
της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης.

Η αγία Αικατερίνα ανήκει στην τελευταία γενιά των πρώτων μαρτύρων της χριστιανικής πίστης, καθώς μαρτύρησε το 304 μ.Χ. Το 323 ο μέγας και άγιος Κωνσταντίνος εξέδωσε το διάταγμα περί ανεξιθρησκείας και οι διωγμοί τερματίστηκαν.
Όμως οι τελευταίοι διωγμοί, τους οποίους είχε κηρύξει ο Διοκλητιανός το 303 μ.Χ. και συνέχισαν οι διάδοχοί του, ήσαν οι αγριότεροι. Μάλιστα είχε θέσει ο εμπαθής αυτοκράτορας σε κυκλοφορία νόμισμα στο οποίο ανέγραφε «Christianidelendisunt» (Οι χριστιανοί να εξολοθρευτούν). Δεν πρόφθασε να δει το όνειρό του να πραγματοπoιείται, καθώς δύο έτη αργότερα παραιτήθηκε από τον θρόνο και το 308 μ.Χ. πέθανε.
H Αικατερίνα, κατά τον συναξαριστή της, ήταν κόρη άρχοντα της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου πλούσια και πανέμορφη. Σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ ετών είχε γίνει κάτοχος της παιδείας ελληνικής και λατινικής και αρκετών γλωσσών. Γι' αυτό και ήταν υποψήφια νύμφη με πλείστες όσες προτάσεις. Είχε μητέρα χριστιανή, από την οποία διδάχθηκε την πίστη, για ευνόητους όμως λόγους η πίστη τους δεν ήταν γνωστή ευρύτερα. Όταν εντάθηκε ο διωγμός δεν ήταν πλέον δυνατόν να παραμείνουν στην αφάνεια. Η Αικατερίνα ομολόγησε την πίστη της μπροστά στον άρχοντα της πόλης της και έφερε πολλά επιχειρήματα κατά της πίστης στα είδωλα. Αυτός, όπως όλοι οι κούφοι άρχοντες, εξεμάνη, καθώς γνώριζε και την κατάρτιση της νεαρής αρχοντοπούλας. Ζήτησε τότε τη βοήθεια πολλών συμπολιτών του, εκατόν πενήντα κατά τον συναξαριστή, εγκρατών στα γράμματα και στη ρητορική τέχνη, προκειμένου να αποστομώσουν τη νεαρή, που είχε το θράσος να τον προκαλέσει, και να την παραδώσει μετά στο μαρτύριο. Η Αικατερίνα όχι μόνο δεν κάμφθηκε από τα επιχειρήματα εκ της θύραθεν παιδείας, την οποία κατείχε εξ ίσου καλά με τους αντιπάλους της, αλλά πέτυχε τη μεταστροφή τους στη χριστιανική πίστη.
Ίσως αυτό να φαίνεται μύθος στα μάτια των «ορθολογιστών», οι οποίοι αδυνατούν να συλλάβουν την κατάπτωση, στην οποία ζούσαν οι άνθρωποι του αρχαίου κόσμου, όπως ακριβώς δεν αισθάνονται σήμερα την κατάπτωση στην οποία ζούμε κατά τη μεταχριστιανική εποχή. Ασφαλώς οι τελευταίοι, που αποδέχθηκαν τη νέα πίστη ήσαν οι φιλόσοφοι όχι βέβαια, επειδή τους ανέπαυε περισσότερο το ειδωλολατρικό πάνθεον, στο οποίο αμφιβάλλουμε, αν πίστευαν, αλλά επειδή η έπαρσή τους δεν επέτρεπε να ταπεινωθούν. Και η χριστιανική πίστη προϋποθέτει πρωτίστως την ταπείνωση. Εκείνο όμως που δεν πετυχαίνουν τα ανθρώπινα επιχειρήματα, πετυχαίνει φορές η χάρη του Θεού. Έτσι οι συνομιλητές της Αικατερίνας πίστεψαν, ομολόγησαν την πίστη τους και οδηγήθηκαν στο μαρτύριο. Είναι και αυτοί άγιοι της Εκκλησίας μας, άγνωστοι βέβαια, καθώς έχουν επισκιαστεί από τη νεαρή, που τους είλκυσε στην πίστη, και εορτάζονται την ίδια ημέρα, την 25η Νομεμβρίου.
Κύλισαν τα χρόνια, η χριστιανική πίστη εξαπλώθηκε, παρά τους κλυδωνισμούς και τους διωγμούς, που οι πιστοί υπέστησαν επί αυτοκρατόρων όπως ο δαιμονικός Ιουλιανός και οι αιρετικοί αρειανοί. Ο Θεοδόσιος ο μέγας με διάταγμά του το 380 μ.Χ. καθιέρωσε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Τί επέβαλλε αυτό; Εξέφραζε την επιθυμία όλοι οι πολίτες της αυτοκρατορίας να ασπασθούν τη νέα πίστη, σεβόταν ως εκ τούτου την ελευθερία του προσώπου. Αυτό όμως που σεβόταν το αυτοκρατορικό διάταγμα δεν σεβάστηκαν κάποιοι πιστοί, που είχαν διατηρήσει κατάλοιπα της παληάς πίστης στα είδωλα, τα μετά μανίας εκδικητικά. Η είσοδος στην Εκκλησία προσώπων, τα οποία έσπευδαν να επωφεληθούν από τη μεταβολή της κατάστασης, προκειμένου να εξασφαλίσουν τιμές και αξιώματα, επέφερε ταχεία την εκκοσμίκευση του εκκλησιαστικού σώματος. Γι' αυτό άλλωστε άνθισε από την πρώιμη εκείνη περίοδο ο μοναχισμός την Αίγυπτο. Και δυστυχώς κάποιοι χριστιανοί ζήλεψαν τους διώκτες της πίστης τους και επιχείρησαν να τους μιμηθούν. Την έφεση προς αναμέτρηση με τους μη χριστιανούς υποδαύλισαν νεότερα διατάγματα του Θεοδοσίου, με τα οποία τιμωρούνταν οι χριστιανοί οι μεταστρεφόμενοι στις αρχαίες θρησκείες (381 μ.Χ.), απαγορεύονταν οι ειδωλικές θυσίες (382 μ.Χ.), σφραγίστηκαν τα ειδωλολατρικά «ιερά» και ετίθεντο εκτός νόμου οι αρχαίες θρησκείες (392 μ.Χ.) κατά σαφή παρέκκλιση από το πνεύμα του ευαγγελικού λόγου.
Το ίδιο έτος της απαγόρευσης των θρησκειών κατεστράφη ο μεγάλος ναός του Σέραπη στην Αλεξάνδρεια με την υποκίνηση φανατικών μοναχών, οι οποίοι δεν είχαν κατανοήσει το πνεύμα των μεγάλων ασκητών της αιγυπτιακής ερήμου και προτιμούσαν την οχλαγωγία στις πόλεις. Η μεγάλη αργότερα μαθηματικός και φιλόσοφος της πόλης, η Υπατία, μόλις 22 ετών τότε είχε μεταβεί στην Ιταλία και στην Αθήνα για εμπλουτισμό των αρκετών γνώσεων, που είχε λάβει στην Αλεξάνδρεια κοντά στον πατέρα της. Και όμως η κινηματογραφική παραγωγή του βίου της την προβάλλει παρούσα κατά τον εμπρησμό. Επανήλθε στην Αλεξάνδρεια το 400 μ.Χ. και δίδασκε μαθηματικά και νεοπλατωνική φιλοσοφία. Ήταν η Υπατία πιστή στις αρχαίες θεότητες; Πολύ αμφιβάλλουμε. Ήταν φανατική στις απόψεις της. Το αρνούμαστε, αν λάβουμε υπ' όψη ότι μεταξύ των μαθητών της ήταν και ο μετέπειτα επίσκοπος Κυρήνης Συνέσιος, ένδειξη ότι μεταξύ των μαθητών της ήσαν και χριστιανοί.
Σε αντίθεση με την αγία Αικατερίνα, για τον βίο της οποίας ελάχιστα γνωρίζουμε, για την Υπατία έχουν γραφεί πολλά και ο βίος της έγινε κινηματογραφική ταινία με σαφή τον σκοπό να πληγεί η χριστιανική πίστη, που γεννά φανατικούς, οι οποίοι την φόνευσαν κατά απάνθρωπο τρόπο (415 μ.Χ.)! Δεν είναι του παρόντος άρθρου να αναλύσει τα του θανάτου της Υπατίας, στον οποίο εμπλέκονται οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας, η επιρροή, που ασκούσε η ίδια στον χριστιανό έπαρχο της Αλεξάνδρειας Ορέστη, όχι μόνο σε φιλοσοφικά αλλά και σε διοικητικά θέματα, κάποιες άστοχες αποφάσεις του επάρχου, το ελεγκτικό κήρυγμα τέλος του πατριάρχου αγίου Κυρίλλου, τον οποίο στοχοποιούν πρωτίστως ως ηθικό αυτουργό του εγκλήματος οι εχθροί της Εκκλησίας. Εκείνο που τονίζουμε είναι ότι ο άγριος φόνος της Υπατίας επισκίασε το λαμπρό μαρτύριο της αγίας Αικατερίνας και των 150 ρητόρων αιώνα αργότερα. Η μεταχριστιανική Δύση αγνοεί επιδεικτικά την αγία και πλέκει το εγκώμιο της φιλοσόφου. Και εμείς, οι πιστοί, είτε επιχειρούμε να αποκρύψουμε το συμβάν είτε αισθανόμαστε είδος συλλογικής ενοχής, σαν να ευθύνεται το Ευαγγέλιο του Χριστού για τις πτώσεις μας.
Εκείνο, που με θλίβει προσωπικά ήταν ότι φονεύοντας την Υπατία οι φανατικοί, πρόδρομοι του βατικανείου συστήματος της «ιερής εξέτασης», δεν της έδωσαν χρόνο να προσέλθει στην πίστη. Ευτυχώς, που η Εκκλησία μας ξεπλένει τις αδυναμίες του σώματός της με το να αναδεικνύει σε κάθε εποχή, και στη δική μας ακόμη, νέους μάρτυρες.

Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν, Αικατερίναν την θείαν και πολιούχον Σινά, την βοήθειαν ημών και αντίληψιν ότι εφίμωσε λαμπρώς, τους κομψούς των ασέβων, του Πνεύματος τη μαχαίρα, και νυν ως Μάρτυς στεφθείσα, αιτείται πάσι το μέγα έλεος.


«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

22 Νοε 2012


Ο άγιος απόστολος Φιλήμων και οι συν αυτώ (22 Νοεμβρίου)



Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Ο άγιος Φιλήμων, όπως και οι σήμερα μαζί του εορταζόμενοι άγιοι απόστολοι Απφία (σύζυγος μάλλον του Φιλήμονος), Άρχιππος (ίσως υιός του Φιλήμονος και της Απφίας)  και Ονήσιμος (δούλος του Φιλήμονος, που δραπέτευσε και τον έστειλε πίσω ως χριστιανό όμως ο απόστολος Παύλος),  έζησαν επί της βασιλείας του Νέρωνος και υπήρξαν μαθητές του αποστόλου Παύλου. Μαρτύρησαν στην πόλη των Κολοσσών της Φρυγίας, κοντά στη Λαοδίκεια. Όταν δηλαδή οι ειδωλολάτρες εόρταζαν την Άρτεμη στο ναό της στις Κολοσσές, οι απόστολοι αυτοί δοξολογούσαν τον Θεό στην αγιοτάτη Εκκλησία, μαζί με άλλους χριστιανούς. Από έφοδο που έκαναν οι ειδωλολάτρες εκεί, οι χριστιανοί υποχώρησαν και κρύφτηκαν, έμειναν όμως οι απόστολοι μόνοι τους, μαζί με την Απφία που ήταν και αυτή πιστή χριστιανή, γιατί ποθούσαν το κατά Χριστόν μαρτύριο. Συνελήφθησαν λοιπόν και οδηγήθηκαν στον Ανδροκλέα, τον ηγεμόνα Εφέσου. Κτυπώνται λοιπόν  από αυτόν, και επειδή δεν πείσθηκαν να θυσιάσουν στο είδωλο που ονομαζόταν Μηνάς, ρίχνονται μέσα σε βόθρο μέχρι τη μέση τους. Στην κατάσταση αυτή λιθοβολούνται, αφού προηγουμένως κατατρυπήθηκαν από παιδιά με βελόνες».

Δύο αινιγματικά παράδοξα υπάρχουν στην ακολουθία του αγίου Φιλήμονος και των συν αυτώ αποστόλων, ποίημα του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου. Πρώτον, το παράδοξο της ιστορικής ανακολουθίας, δεδομένου ότι, ενώ οι απόστολοι αυτοί προσήλθαν στην πίστη του Χριστού από τον απόστολο Παύλο, συνεπώς αρκετά χρόνια μετά την Ανάληψη του Κυρίου,  ο άγιος υμνογράφος τους παρουσιάζει  ως «αυτόπτας του Λόγου και μύστας των θαυμάτων αυτού», ανήκοντας μάλιστα στους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου («και Μαθηταίς συντάξαντος Εβδομήκοντα»)∙ δεύτερον, το παράδοξο της πλήρους απουσίας αναφοράς στην επιστολή του αποστόλου Παύλου «Προς Φιλήμονα»: δεν φαίνεται λογικό η ακολουθία να έχει ως «αντικείμενο» κυρίως τον άγιο Φιλήμονα και να ελλείπει το πιο γνωστό ιερό κείμενο γι’ αυτόν, η συγκεκριμένη επιστολή που του απηύθυνε ο άγιος Παύλος. Λογική εξήγηση επί των παραδόξων αυτών δεν μπορούμε να δώσουμε, δεν βοηθά δε σ’ αυτό και η ίδια η ακολουθία. Το μόνο που μπορούμε να πούμε ως προς το δεύτερο παράδοξο είναι ίσως η απόλυτη προτεραιότητα που δίνει ο άγιος Ιωσήφ στην ιεραποστολική δραστηριότητα του αποστόλου Φιλήμονος, στη δράση του ως κήρυκα του λόγου του Θεού, στη μέχρι θυσίας προσπάθειά του να ευαγγελισθεί τους ανθρώπους. Να υποθέσουμε ως προς το πρώτο ότι επίτηδες υποβαθμίζει τα ιστορικά στοιχεία, για να τονίσει την αμεσότητα σχέσης και των αποστόλων αυτών με τον ίδιο τον Κύριο – κάτι παρόμοιο ίσως με αυτό που κάνει η αγιογραφία, η οποία βλέπει παροντικά όλα τα γεγονότα, έστω κι αν είναι του παρελθόντος ή του μέλλοντος;
Εκείνο πάντως που είναι αδιαμφισβήτητο στην ακολουθία είναι το γεγονός ότι όντως το κύριο  μέλημα του υμνογράφου φαίνεται να είναι η κηρυκτική δράση των αποστόλων, και μάλιστα του αγίου Φιλήμονος. Επιμένει στη δύναμη των λόγων του, οι οποίοι  άρδευσαν τις καρδιές των ανθρώπων, ώστε να καρποφορήσουν ουράνια νοήματα («ρείθροις των σων λόγων, καρδίας κατήρδευσας και γεωργείν ουράνια, μάκαρ, νοήματα παρεσκεύασας πίστει, απόστολε Φιλήμον). Και τα ουράνια αυτά νοήματα δεν ήταν ασφαλώς άλλα από αυτά που οδηγούσαν τον πλανεμένο άνθρωπο στον δρόμο του ουρανού: την αγάπη για τον Χριστό. («Τας ουρανίους οδούς τοις πλανηθείσι χαλεπώς έδειξας, ως απλανής οδηγός, Φιλήμον, και μόνην την οδόν, Χριστόν αγαπήσαι, οσίως ωδήγησας»).    Τι συγκεκριμένα εκήρυσσε  ο απόστολος Φιλήμων, κατά τον ποιητή, ώστε να έχει τέτοια δύναμη ο λόγος του; Μα, ασφαλώς ό,τι αποτελεί διαχρονικό κήρυγμα της Εκκλησίας: την προβολή των Παθών του Χριστού και της Αναστάσεώς Του. «Τα πάθη του Χριστού και την ανάστασιν κηρύττων, ανέστησας ως εκ τάφου απιστίας και νεκρώσεως τους ανθρώπους, Φιλήμον αξιάγαστε». (Κήρυττες τα πάθη του Χριστού και την Ανάστασή Του, Φιλήμον αξιοθαύμαστε, γι’ αυτό και ανέστησες σαν από τάφο της απιστίας και της νέκρωσης τους ανθρώπους). Δεν θα ήμασταν εκτός πραγματικότητας αν ισχυριζόμασταν ότι στο σημείο αυτό έχουμε μία «αδιόρατη» προβολή του αποστόλου Παύλου ως διδασκάλου του Φιλήμονος: ο απόστολος Παύλος είναι ο κατεξοχήν «ζωγράφος» του κηρύγματος της Εκκλησίας, ως εξαγγελίας των Παθών και της Αναστάσεώς Του.
Ο άγιος Ιωσήφ όμως δεν μένει μόνον στο έργο του αγίου Φιλήμονος ως ευαγγελιστή των ανθρώπων. Αν ο λόγος του ήταν σαν λυχνάρι φωτεινό που άναβε το φως στις σβησμένες από την πλάνη καρδιές των ανθρώπων («Λόγον ως λύχνον φαεινόν επανάπτοντα τη ση καρδία φέρων, τους το πριν εσβεσμένους και εν σκοτία πολλή κειμένους αγνωσίας»), ήταν διότι ο ίδιος αγάπησε πολύ τον Κύριο, που πρώτος Αυτός μας αγάπησε («φιλήσας Χριστόν, τον φιλήσαντα βροτούς δι’ ευσπλαγχνίαν»), και διότι βεβαίως, όπως και οι άλλοι απόστολοι, αγωνίστηκε στο να καθαρίσει το οπτικό της ψυχής του και να γίνει έτσι θεόπτης. Κι είναι αλήθεια: κανείς δεν μπορεί να μιλά για αγάπη προς τον Χριστό, έχοντας ρυπαρή καρδιά. Η αγάπη σ’  Εκείνον φυτρώνει σε έδαφος που έχει αποκαθαρθεί από τα ζιζάνια των παθών. «Νοός το οπτικόν ανακαθάραντες, της θείας ετύχετε θεοπτίας, και καρδίας επεστρέψατε πλανωμένας, προς γνώσιν, ιερώτατοι».
ΠΑΤΕΡΙΚΑ 

Μή δικαιολογεῖς τήν ἀδράνειά σου
 
Δέν ὑπάρχει πιό κρύο πρᾶγμα ἀπό τόν χριστιανό πού δέν σώζει ἄλλους. Δέν μπορεῖς ἐδῶ νά ἐπικαλεσθεῖς τήν φτώχια, διότι θά σέ κατηγορήσει ἡ χήρα πού κατέβαλε τά δύο λεπτά... Δέν μπορεῖς νά ἐπικαλεστεῖς τήν ταπεινή σου καταγωγή, διότι καί οἱ ἀπόστολοι ἦταν ἄσημοι καί κατάγονταν ἀπό ἀσήμους. Δέν μπορεῖς νά προβάλεις τήν ἀγραμματοσύνη σου· κι ἐκεῖνοι ἦταν ἀγράμματοι. Ἀκόμη κι ἄν εἶσαι δοῦλος, κι ἄν εἶσαι δραπέτης, θά μπορέσεις νά ἐκπληρώσεις τό καθῆκον σου, διότι καί ὁ Ὀνήσιμος τέτοιος ἦταν. Κοίταξε ὅμως ποῦ τόν καλεῖ καί σέ τί ὑψηλό ἀξίωμα τόν ἀνεβάζει ὁ ἀπόστολος· «ἵνα κοινωνῇ μοι», λέγει, «ἐν τοῖς δεσμοῖς μου». Δέν μπορεῖς νά προφασισθεῖς τήν ἀσθένεια, διότι καί ὁ Τιμόθεος τέτοιος ἦταν, εἶχε «πυκνάς ἀσθενείας»...
Δέν βλέπετε τά δένδρα τά ἄκαρπα πῶς εἶναι γερά, πῶς εἶναι ὡραῖα, μεγάλα, λεῖα καί ψηλά; Ἀλλά ἄν εἴχαμε κῆπο, θά προτιμούσαμε νά ἔχουμε ροδιές καί ἐλιές καρποφόρες παρά αὐτά, διότι αὐτά εἶναι γιά τήν τέρψη καί ὄχι γιά τήν ὠφέλειά μας· ἐλάχιστα ὠφελοῦν. Τέτοιοι εἶναι οἱ χριστιανοί πού φροντίζουν μόνο γιά τά δικά τους, ἤ μᾶλλον οὔτε τέτοιοι, διότι αὐτοί εἶναι γιά τήν φωτιά, ἐνῶ τά καλλωπιστικά δένδρα χρησιμοποιοῦνται καί γιά τήν οἰκοδόμηση καί γιά τήν ἀσφάλεια τῶν ἰδιοκτητῶν. Τέτοιες ἦταν καί οἱ πέντε παρθένες, ἁγνές βέβαια καί κόσμιες καί σώφρονες, ἀλλά σέ κανέναν χρήσιμες, γι' αὐτό καί κατακαίονται. Τέτοιοι εἶναι αὐτοί πού δέν ἔθρεψαν τόν Χριστό. Πρόσεξε ὅτι κανείς ἀπ' αὐτούς δέν κατηγορεῖται γιά προσωπικά του ἁμαρτήματα· δέν κατηγορεῖται ὅτι πόρνευσε οὔτε ὅτι ἐπιόρκησε, καθόλου, ἀλλά ὅτι δέν ὑπῆρξε χρήσιμος στόν ἄλλο... Πῶς εἶναι χριστιανός τέτοιος ἄνθρωπος; Πές μου, ἄν τό προζύμι πού ἀνακατεύεται μέ τό ἀλεύρι δέν μεταβάλλει στή δική του φύση ὅλο τό φύραμα, εἶναι προζύμι; Καί ἀλήθεια, τό μύρο πού δέν γεμίζει εὐωδιά ἐκείνους πού πλησιάζουν θά τό ὀνομάζαμε μύρο;
Μήν πεῖς· μοῦ εἶναι ἀδύνατο νά παρακινήσω ἄλλους. Ἄν πράγματι εἶσαι χριστιανός, ἀδύνατο εἶναι τό νά μή συμβαίνει αὐτό. Ὅπως αὐτά πού βλέπουμε στή φύση εἶναι ἀναντίρρητα, ἔτσι καί τοῦτο· διότι στή φύση τοῦ χριστιανοῦ βρίσκεται τό πρᾶγμα. Μήν ὑβρίζεις τόν Θεό. Ἄν πεῖς ὅτι δέν μπορεῖ νά φωτίζει ὁ ἥλιος, τόν ὕβρισες· ἄν πεῖς ὅτι ὁ χριστιανός δέν μπορεῖ νά ὠφελεῖ, ὕβρισες τόν Θεό καί τόν εἶπες ψεύτη. Διότι εἶναι εὐκολώτερο νά μή θερμαίνει καί νά μή χύνει φῶς ὁ ἥλιος, παρά νά μή φωτίζει ὁ χριστιανός· εἶναι εὐκολώτερο νά γίνει σκοτάδι τό φῶς, παρά νά συμβεῖ αὐτό. Μή λές, λοιπόν, εἶναι ἀδύνατο, διότι ἀδύνατο εἶναι τό ἀντίθετο. Μήν ὑβρίζεις, λοιπόν, τόν Θεό. Ἄν ρυθμίσουμε σωστά τή ζωή μας, ὁπωσδήποτε θά συμβοῦν κι ἐκεῖνα καί θά ἀκολουθήσουν σάν κάτι τό φυσικό. Δέν εἶναι δυνατόν νά μείνει κρυφό τό φῶς τοῦ χριστιανοῦ· δέν εἶναι δυνατόν νά κρυφτεῖ μιά τόσο φωτεινή λαμπάδα. Ἄς μήν ἀμελοῦμε, λοιπόν!
Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τάς Πράξεις 20,4· PG 60,162-164.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Άγιoι Ανάργυρoι Κοσμάς και Δαμιανός υιοί Θεοδότης, οι εξ Ασίας (1 Noεμβρίoυ) 
τoυ Πρωτ. π. Γεωργίoυ Παπαβαρνάβα.
Οι άγιoι Ανάργυρoι Κoσμάς και Δαμιανός, πoυ εoρτάζoυν την 1η Noεμβρίoυ, ήσαν αυτάδελφoι και κατάγoνταν από την Ασία. Υπάρχoυν όμως άλλα δύo ζεύγη αγίων Αναργύρων με τα ίδια oνόματα. Οι πρώτoι μαρτύρησαν στην Ρώμη και εoρτάζoυν την 1η Ιoυλίoυ και oι δεύτερoι κατάγoνταν από την Αραβία και εoρτάζoυν την 17η Οκτωβρίoυ. Ήσαν όλoι τoυς γιατρoί, δεν είναι όμως oι μoναδικoί άγιoι πoυ oνoμάζoνται Ανάργυρoι. Είναι και αρκετoί άλλoι, όπως oι Κύρoς και Ιωάννης, Σαμψών και Διoμήδης, Μώκιoς και Ανίκητoς, Θαλλελαίoς και Τρύφων κ.λ.π. 
Ανάργυρoι oνoμάζoνται επειδή δεν αγαπoύσαν τα αργύρια, δεν ήσαν φιλάργυρoι, η καρδιά τoυς δεν ήταν πρoσκoλλημένη στα υλικά αγαθά και πρoσέφεραν τις ιατρικές τoυς υπηρεσίες αφιλoκερδώς.
Οι άγιoι Ανάργυρoι Κoσμάς και Δαμιανός είχαν γoνείς ευσεβείς. Ο πατέρας τoυς όμως πέθανε όταν oι άγιoι ήσαν σε μικρή ηλικία, και την φρoντίδα τoυς ανέλαβε εξ oλoκλήρoυ η μητέρα τoυς, η αγία Θεoδότη, η oπoία τoυς γαλoύχησε με τα νάματα της Εκκλησίας και τoυς δίδαξε την αγάπη πρoς τoν Θεό και τoν άνθρωπo. Η αγία Θεoδότη πρέπει να απoτελή τo πρότυπo κάθε μητέρας πoυ θέλει τα παιδιά της να πρoκόψoυν. Αλλά πρoκoπή δεν νoείται χωρίς την αγάπη, την ανιδιoτελή αγάπη πρoς όλoυς τoυς ανθρώπoυς αδιακρίτως. Για να αγαπά όμως κανείς αληθινά τoυς ανθρώπoυς πρέπει πρώτα να αγαπά τoν Θεό, επειδή η αληθινή αγάπη είναι δώρo τoυ Θεoύ. Ο Απόστoλoς Παύλoς συμβoύλευε τoν μαθητή τoυ άγιo Τιμόθεo Επίσκoπoν Εφέσoυ, να μελετά καθημερινά τo Ευαγγέλιo και να ζη σύμφωνα με αυτό, για να πρoκόψη στην ζωή τoυ και η πρoκoπή τoυ να γίνη φανερή σε όλoυς.
Οι άγιoι Ανάργυρoι θεράπευαν όλoυς ανιδιoτελώς και αδιακρίτως με την επιστημoνική τoυς γνώση. Εκεί όμως πoυ oι ανθρώπινες δυνάμεις αδυνατoύσαν να πρoχωρήσoυν, επειδή κάπoιες ασθένειες είναι ανίατες, θεράπευαν τoυς ασθενείς με την πρoσευχή τoυς. Αλλά για να κρύβoυν τo χάρισμα των ιαμάτων πoυ είχαν λάβει από τoν Θεό, λόγω της μεγάλης τoυς αγάπης, πρoσπoιoύνταν ότι εθεράπευαν με τα φάρμακα. Και τo έκαναν αυτό από ταπείνωση, για να μη θαυμάζoνται και επαινoύνται από τoυς ανθρώπoυς. Όλη τoυς η ζωή ήταν διακoνία, πρoσφoρά και θυσία στoν βωμό της ανιδιoτελoύς αγάπης.
Τα τέλη τoυς ήσαν «χριστιανά, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά» η όπως αναγράφεται στoν ιερό Συναξαριστή, «ετελειώθησαν εν ειρήνη».
Ο βίoς και η πoλιτεία των Αγίων μας δίνoυν την αφoρμή τoνίσoυμε τα ακόλoυθα.
Πρώτoν. Οι πρωτόπλαστoι στoν Παράδεισo είχαν κoινωνία με τoν Θεό και ήσαν υγιείς σωματικά και ψυχικά. Αλλά μετά την πτώση τoυς στην αμαρτία φόρεσαν τoυς δερμάτινoυς χιτώνες, δηλαδή την φθoρά και τoν θάνατo και έγιναν ευάλωτoι στα διάφoρα καιρικά φαινόμενα. Επoμένως, oι σωματικές ασθένειες και o θάνατoς είναι μεταπτωτικά φαινόμενα, είναι απoτέλεσμα της αμαρτίας, όπως άλλωστε και oι ψυχικές, αφoύ και ψυχικά αρρώστησαν. Επειδή έχασαν την κoινωνία με τoν Θεό, o νoυς τoυς σκoτίσθηκε και υπoδoυλώθηκαν στα διάφoρα πάθη.
Ο μεταπτωτικός άνθρωπoς έχει ανάγκη σωματικής και κυρίως ψυχικής θεραπείας, η oπoία συνίσταται στην κάθαρση από τα πάθη, τoν φωτισμό τoυ νoυ και την κoινωνία με τoν Θεό.
Ο Χριστός, τo Δεύτερo πρόσωπo της Αγίας Τριάδoς, είναι o κατ’ εξoχήν ιατρός των ψυχών και των σωμάτων και γι’ αυτό ενδύθηκε την ανθρώπινη φύση, για να την ανακαινίση, να την θεραπεύση και να την θεώση.
Δεύτερoν. Η ιατρική επιστήμη είναι απoτέλεσμα της καλλιέργειας της λoγικής, με την oπoία επρoίκισε o Θεός τoν άνθρωπo και είναι διακoνία πρoς τoν συνάνθρωπo. Οι γιατρoί επιτελoύν λειτoύργημα και γι’ αυτό πρέπει να τιμώνται, ιδιαίτερα εκείνoι oι γιατρoί, oι oπoίoι εμφoρoύνται από τo αγαπητικό και θυσιαστικό πνεύμα των αγίων Αναργύρων.
Οι άγιoι Ανάργυρoι υπoδεικνύoυν τoν τρόπo με τoν oπoίo πρέπει να ασκήται τo ιατρικό λειτoύργημα. Ήτoι, με αγάπη πρoς τoν άνθρωπo, χωρίς ταξικές διακρίσεις, με πνεύμα θυσίας, διακoνίας και πρoσφoράς και πρo παντός και κυρίως με πρoσευχή.
Οι γιατρoί πoυ αγαπoύν τoν Θεό και σέβoνται τoν νόμo τoυ, αυτoί σέβoνται και υπoλoγίζoυν τoν κάθε άνθρωπo, ανεξάρτητα από αξιώματα, χρήματα και κoινωνικές θέσεις, γιατί στo πρόσωπό τoυ βλέπoυν τoν ίδιo τoν Χριστό. Ο άνθρωπoς είναι εικόνα τoυ Χριστoύ, αλλά ιδιαίτερα o φτωχός, o ελάχιστoς, ταυτίζεται με τoν Ίδιo τoν Χριστό, o oπoίoς είπε τoν γνωστόν εκείνo λόγoν, «ει επoιήσατε ενί τoύτων των αδελφών μoυ των ελαχίστων εμoί επoιήσατε».
Χαρακτηριστικά και αξιoπρόσεκτα είναι τα όσα έλεγε κάπoιoς εργαζόμενoς σε Noσoκoμείo: «παρατηρώ τoυς γιατρoύς και βλέπω την διαφoρά μεταξύ εκείνων πoυ αγαπoύν τoν Θεό και έχoυν oργανική σχέση με την Εκκλησία και εκείνων πoυ είναι αδιάφoρoι η άθεoι. Οι πρώτoι είναι ανιδιoτελείς και ταπεινoί και αισθάνoνται ότι είναι συνεργάτες τoυ Θεoύ στo έργo της θεραπείας των συνανθρώπων τoυς, ενώ oι δεύτερoι θεωρoύν τoν εαυτό τoυς κάτι ανώτερo από τoυς άλλoυς ανθρώπoυς, κάτι σαν θεό, και αλλoίμoνoν σε εκείνoν πoυ θα τoλμήση να τoυς αμφισβητήση». Η ανθρώπινη ζωή πρέπει να τίθεται πάνω από όλα τα επίγεια αγαθά, αλλά δεν μπoρεί να υπάρξη ανιδιoτελής αγάπη και πρoσφoρά χωρίς την Χάρη τoυ Αγίoυ Πνεύματoς. Ο άγιoς Σιλoυανός o Αθωνίτης λέγει ότι κανείς δεν μπoρεί να αγαπά αληθινά, εάν δεν κατoική μέσα τoυ τo Άγιo Πνεύμα, τo oπoίo διδάσκει την αγάπη και πρoς αυτoύς ακόμα τoυς εχθρoύς.
Στην σημερινή κoινωνία, πoυ κατά τo πλείστoν oι άνθρωπoι είναι πoνεμένoι και αισθάνoνται αβάσταχτη μoναξιά, είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξoυν γιατρoί και γενικότερα άνθρωπoι, oι oπoίoι εμφoρoύνται από τo αγαπητικό και θυσιαστικό πνεύμα των αγίων Αναργύρων. Η Ορθόδoξη Εκκλησία είναι εργαστήριo «κατασκευής» τέτoιων ανθρώπων.–
Απoλυτίκιo. Ήχoς πλ. δ’.
Άγιoι Ανάργυρoι και θαυματoυργoί, επισκέψασθε τας ασθενείας ημών, δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε ημίν.