Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Τό κατηχητικό, θεσμός ἱερός
Κατηχητές καί κατηχήτριες ἀποδυόμαστε αὐτές τίς μέρες σ’ ἕναν σκληρό ἀγώνα, γιά νά δοκιμάσουμε μιά πικρή ἐμπειρία. Ἀγωνιζόμαστε νά ἑλκύσουμε καί νά συμμαζέψουμε μετά ἀπό ἕνα μακρύ κι ἐπικίνδυνο καλοκαίρι ὅσα παιδιά θυμοῦνται ἀκόμη μέ ἀγάπη τήν Ἐκκλησία. Καί πικραινόμαστε, καθώς βλέπουμε ἄλλα νά μᾶς ἀποφεύγουν, γιατί χέρι κακό κούρσεψε τούς θησαυρούς τους καί ντρέπονται, ἄλλα νά μᾶς περιφρονοῦν, γιατί λόγια πλάνα ξεγέλασαν τήν καρδιά τους καί τήν σκλάβωσαν, κι ἄλλα νά ἀδιαφοροῦν, γιατί κανείς ποτέ δέν τούς εἶπε πόσο ἀνάγκη ἔχουν ἀπό Χριστό.
Ἐξομολογούμαστε ὅμως καί τήν καρδιόβγαλτη εὐχαριστία μας καί δοξολογία πρός τόν Κύριο γιά τό μικρό ἀλλά ἐκλεκτό ποίμνιο, πού μᾶς χαρίζει. Εἶναι τά παιδιά, πού δέν ἔκαναν διακοπές ἀπό τόν Θεό, ἀλλά μέ τήν κατασκήνωση, τήν ἀλληλογραφία, τίς συχνές συναντήσεις, τόν ἐκκλησιασμό καί τήν μυστηριακή ζωή, διατήρησαν τόν ἐνθουσιασμό τους, φύλαξαν τήν πίστη καί τήν ἁγνότητά τους, καί μᾶς χαροποιοῦν τώρα μέ τήν ἐν Χριστῷ χαρά τους. Ἡ ἀπογοήτευση δέν μπορεῖ νά μᾶς ἀγγίξει, ὅταν τό βλέμμα μας ἀγκαλιάζει τίς συντροφιές τους· ἡ ἐλπίδα εἶναι τό καθεστώς τῶν καρδιῶν μας. Ἀλλά δέν παύουμε νά ἀνησυχοῦμε.
Ὅσοι ἀγαποῦμε τό παιδί κι ἀσχολούμαστε μαζί του, ἀγωνιοῦμε. Βλέπουμε τήν κοινωνία μας καί τόν πολιτισμό μας νά ἐξαπολύουν φίδια φαρμακερά, πού δαγκώνουν καί δηλητηριάζουν τήν ψυχή του· τά παιδιά μας σφαδάζουν ἀπό τούς πόνους καί φαρμακώνονται ἀπό τίς τοξίνες. Ἡ ἁμαρτία γύρω τους ὑψώνει κύματα, πού τά χτυποῦν μέ λύσσα κι ἀνοίγουν στόματα μαῦρα νά τά καταπιοῦν· τό καραβάκι τους δέν ἀντέχει στή θύελλα. Ποῦ εἶναι τό ἀντίδοτο πού θά τά σώσει ἀπό τή δηλητηρίαση; Ποῦ εἶναι τό λιμάνι πού θά τά ἀσφαλίσει ἀπό τήν τρικυμία; Ἡ πεῖρα δέν ἔχει ἄλλο νά δείξει ἀπό τό κατηχητικό σχολεῖο. Γιατί ἐκεῖ θά συναντήσουν τόν Χριστό, πού θά τά ἡμερώσει μέ τόν λόγο του, ἐκεῖ θά βροῦν τήν Ἐκκλησία, πού θά τά προστατεύσει μέ τήν θεία χάρη. Τό κατηχητικό εἶναι τό ἀντίδοτο καί τό λιμάνι, εἶναι ὁ ἀντίποδας κάθε καταλυτικῆς ἐνέργειας τοῦ κόσμου σέ βάρος τῆς ψυχῆς τοῦ παιδιοῦ.
Ἀλλά δέν ἀντιπροσωπεύει μόνο τήν ὑγιᾶ ἀντίσταση. Τό κατηχητικό ἔχει νά προσφέρει στά παιδιά κάτι περισσότερο ἀπό τήν ἰατρεία καί τήν ἀσφάλεια. Τά μαθαίνει τήν γλῶσσα τοῦ Θεοῦ. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι μπορεῖ νά γνωρίζουν τίς γλῶσσες καί τοῦ πιό ἄγνωστου λαοῦ, ἀγνοοῦν ὅμως τήν γλῶσσα τοῦ Θεοῦ. Δέν μποροῦν νά τοῦ μιλήσουν, δέν ξέρουν νά συνεννοηθοῦν μαζί του. Κι ἀλίμονο, δέν τόν καταλαβαίνουν πιά. Ὁ πατέρας ἔγινε ξένος, κι ἐμεῖς βάρβαροι γι’ αὐτόν. Ἔτσι χάσαμε τήν χαρά μας· ἡ καρδιά μας πάγωσε, ἡ σκέψη μας σάπισε, δέν ἔχουμε ἐπαφή μέ τήν Ζωή καί τήν Ἀλήθεια. Γιατί νά στερήσουμε ἀπ’ τά παιδιά αὐτήν τήν μόνη εὐκαρία πού τά προσφέρεται, γιά νά χτίσουν τήν ζωή τους σέ μιά συνεργασία μέ τό Θεό; Τό κατηχητικό θά τά μάθει πῶς νά ἐπικοινωνοῦν μαζί του. Εἶναι τό σχολεῖο πού διδάσκει τήν ἱστορία καί τό θέλημά του, ἰνστιτοῦτο ἐκμάθησης τῆς γλώσσας τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλά εἶναι ἀκόμη καί τό φροντιστήριο πού ἐκπαιδεύει πῶς νά συνδέουμε τά καλώδιά μας μέ τόν οὐρανό, πῶς νά στήνουμε γέφυρες, γιά νά περνᾶμε στήν χώρα τοῦ Θεοῦ, πῶς νά μπαίνουμε στήν συχνότητά του, νά τόν ἀκοῦμε καί νά τοῦ μιλᾶμε. Πέρα ἀπό τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, τό καταπληκτικώτερο, αὐτό πού δέν μπορεῖ νά τό λογαριάσει ὁ κόσμος μέ τήν ἐπιστήμη του καί τήν σοφία του, εἶναι ὅτι τό κατηχητικό δίνει τήν εὐκαιρία καί μαθαίνει τόν τρόπο νά γίνουμε ἐδῶ στήν γῆ πολῖτες τοῦ οὐρανοῦ, νά ζήσουμε στήν πραγματικότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου τά ὑπερφυσικά καί ἀόρατα, νά προγευθοῦμε ἀπό τώρα, μέ μιά ἕκτη αἴσθηση τά μελλούμενα. Ἡ ἄρνηση ζητᾶ ἀποδείξεις γιά ὅλα αὐτά. Ἡ πίστη προβάλλει κάτι πολύ περισσότερο ἀπό θεωρητικούς συλλογισμούς· μιά ἐμπειρική μαρτυρία. Ἡ εἰρήνη καί ἡ γλυκύτητα, πού νιώθουν οἱ καρδιές κοντά στόν Χριστό καί πού δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τό στιγμιαῖο «γαργάλισμα» χαρᾶς τοῦ κόσμου, εἶναι τό σπουδαιότερο μάθημα τοῦ κατηχητικοῦ στά παιδιά. Ἐκεῖ δέν θά ἀκούσουν μόνο λόγια· θά μάθουν ἐπίσης νά ζοῦν ἀληθινά τό τώρα καί τό πάντοτε.
Γι’ αὐτό ὅμως χρειάζεται πολλή δουλειά, πολύς κόπος, πολύς ζῆλος, πολλή προσευχή. Καί πρῶτα–πρῶτα νά ἀναγνωρίσουμε τούς ἐχθρούς. Σήμερα τό κατηχητικό βάλλεται κυρίως ἀπό μιά σατανική φιλοσοφία, πού ἐμφιλοχωρεῖ σ’ ὅλων τῶν τάξεων τούς ἀνθρώπους, καί σ’ αὐτούς ἀκόμη τούς θρησκευτικούς καί ἐκκλησιαστικούς, καί ὑπαγορεύει μιά στάση ἀρνητικῆς κριτικῆς ἀπέναντι σ’ αὐτόν τόν ἱερό θεσμό. Ἀμφισβητοῦν τήν σημασία του, ἐνοχλοῦνται ἀπό τό ὄνομα καί τό σχῆμα του, ἀλλά στήν πραγματικότητα κομπλεξάρονται ἀπό τήν προσωπική τους ἀδυναμία νά ζήσουν τό μεγαλεῖο καί τόν ἡρωισμό τῆς πίστεως. Βάλλεται ἀκόμη τό κατηχητικό ἀπό τόν Τύπο καί τήν τηλεόραση μέ κακόβουλες ὅσο καί ψεύτικες «ἔρευνες», πού ἀποπροσανατολίζουν τήν κοινή γνώμη, ἀπό τό σχολεῖο μέ τούς ἀσυνείδητους καί διεστραμμένους δασκάλους, ἀπό τήν οἰκογένεια μέ τούς ἀπληροφόρητους καί προκατειλημμένους γονεῖς, ἀπό τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία ἐπίσης, πού εἴτε ἀδιαφορεῖ ἀπορροφημένη στόν διοικητικό ἤ τελετουργικό της φόρτο, εἴτε χρησιμοποιεῖ ἀνεξέλεγκτα πρόσωπα ἀνίκανα ἤ ἀδόκιμα γιά τήν κατήχηση.
Πῶς νά ἀντιμετωπίσουμε ὅλους αὐτούς τούς φοβερούς ἀντιπάλους; Ἀδελφοί μου, ὁ πιό μεγάλος μας σύμμαχος εἶναι τά «ὀψώνιά» τους, πού εἶναι θάνατος, τά «κεράτια» πού δίνουν καί πού δημιουργοῦν πεῖνα γιά τήν ἀληθινή ζωή. Ὁ σάλος καί ὁ σεισμός μέσα στόν ψυχικό κόσμο τῶν παιδιῶν εἶναι ὁ δείκτης τῆς συμβολῆς τους. Τά χαρούμενα καί φωτισμένα πρόσωπα τῶν μαθητῶν τοῦ κατηχητικοῦ εἶναι ὁ δείκτης τῆς δικῆς του προσφορᾶς. Ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης ὁδηγεῖ στά ναρκωτικά κι αὐτά στήν αὐτοκτονία· ἀλλά ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀναβλύζει ζωή. Ἡ ἀπώλεια τῆς ἀλήθειας παράγει τίς ψευτοφιλοσοφίες κι αὐτές τό ἄγχος· ἀλλά ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ ἐνσταλάζει εἰρήνη. Ὁ νέος κόσμος πού ἀνοίγει τό κατηχητικό μπροστά στά μάτια τῶν παιδιῶν μας κρίνει καταδικαστικά τόν παλιό. Αὐτό δέν μποροῦν ὅμως νά τό ἀξιολογήσουν ὅλοι. Χρειάζεται νά σαλπίσουμε ἐκστρατεία ἐνημερώσεως, νά καλέσουμε σέ συνεργασία ὅσους εἰλικρινά ἀγαποῦν τό παιδί. Μιά κοινή προσπάθεια γονέων, διδασκάλων, κατηχητῶν καί ἱερέων δέν μπορεῖ νά μείνει ἄκαρπη. Ὅταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βρεῖ τόν δρόμο μέχρι τήν καρδιά μας ἔχει τήν δύναμη, σάν τό σπόρο, νά ἀναστηθεῖ μέσα μας μόνος του· «αὐτομάτη γάρ ἡ γῆ καρποφορεῖ» (Μρ 4,28)· ἡ ἀγάπη θά ἐφεύρει τρόπους γι’ αὐτό, ὁ ἐνθουσιασμός θά ξεπεράσει κάθε ἐμπόδιο καί ἡ ἀγωνία θά ὑψώσει πύρινη τήν προσευχή μας στόν Κύριο. Καί ὁ Κύριος δέν θά μᾶς ἀρνηθεῖ τήν εὐλογία του. Κι ἄν χίλιοι μᾶς πολεμοῦν στό ἔργο τῆς κατηχήσεως, «μείζων ἐστίν ὁ ἐν ἡμῖν ἤ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ» (Α’ Ἰω 4,4). Μαζί του θά βροῦμε καί θά φέρουμε στήν Ἐκκλησία τίς ψυχές πού σημάδεψε γιά τόν ἑαυτό του καί γιά τήν σωτηρία.
Στέργιος Ν. Σάκκος

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Ο ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται στην ομώνυμη οδό και είναι πεντάκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος και με πλούσιο ζωγραφικό και μαρμάρινο διάκοσμο με περίτεχνα κιονόκρανα. Στο υπόγειο του ναού βρίσκεται ο χώρος μαρτυρίου του Αγίου. Από τα ψηφιδωτά του, ξεχωρίζει αυτό που απεικονίζει τον ίδιο τον άγιο με δύο μικρά παιδιά και ένα άλλο, που απεικονίζει τον άγιο ανάμεσα στον επίσκοπο και στον έπαρχο οι οποίοι ανακαίνισαν το ναό. Ο σημερινός ναός κτίστηκε από τον επίσκοπο Ιωάννη τον 7ο αιώνα, στα ερείπια παλαιότερου ναού.

Το σημερινό κτίσμα είναι ξυλόστεγο χωρίς θόλο και οι διαστάσεις κάτοψής του είναι 43,58μ. (μήκος) και 33 μ. (πλάτος).

Ο αρχικός μικρός ναός

Σύμφωνα με κάποιες πηγές, πρωτοχτίστηκε πάνω από ένα ρωμαϊκό λουτρό στο οποίο μαρτύρησε ο Αγιος το 303. Σύμφωνα με την παράδοση, από το σημείο όπου μαρτύρησε ο άγιος άρχισε να αναβλύζει μύρο . Το 324 που ορίστηκε ο χριστιανισμός σαν επίσημη θρησκεία του κράτους οι Θεσσαλονικείς οικοδόμησαν ένα μικρό τρίκλιτο ναό στο σημείο αυτό. Η φήμη του ναού αυτού σύνομα εξαπλώθηκε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο διότι αποδείχτηκε ότι το μύρο είχε ιαματικές ιδιότητες. Προσκυνητές κατέφταναν από όλα τα μέρη του κόσμου για να προσευχηθούν και να θεραπευτούν. Ανάμεσα σε αυτούς προσήλθε και ο έπαρχος του Ιλλυρικού, Λεόντιος. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λεόντιος θεραπεύτηκε από κάποια ανίατη ασθένεια που τον ταλάνιζε και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Άγιο, αντικατέστησε το μικρό τρίκλιτο ναό με μια επιβλητική Βασιλική το 413 . Η Βασιλική στεκόταν εκεί μέχρι και τα χρόνια του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641) και κατόπιν καταστράφηκε από φωτιά.

Τα σημαντικότερα εκθέματα του Ιερού Ναού είναι:

  • Η Κρήνη αγιάσματος και μύρου, σε τρεις φάσεις (4ος, 6ος και 12ος - 13ος αιώνας)
  • Αρχιτεκτονικά γλυπτά (επίκρανα, θωράκια κ.α.) της πρώτης φάσεως του ναού (5ος αιώνας).
  • Θραύσματα κιβωρίου Αγίας Τράπεζας του 13ου αιώνα.
  • Θραύσματα διακόσμησης ταφικού πιθανότατα μνημείου του 14ου αιώνα
  • Τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες του ναού.

Στο ναό του αγίου Δημητρίου διασώζονται ελάχιστα ψηφιδωτά γιατί τα πιο πολλά καταστράφηκαν στην πυρκαγιά του 1917. Τα πιο πολλά από αυτά απεικονίζουν τον Άγιο αλλά και άλλα πρόσωπα, όπως τον Άγιο Σέργιο σε στάση προσευχής.

Περίφημη είναι η τοιχογραφία που απεικονίζει τον Ιουστινιανό τον Α΄ και την ακολουθία του και βρίσκεται στο νότιο τοίχο. Στην πρώτη δυτική τετράγωνη κολόνα βρίσκουμε άλλη μια τοιχογραφία με τον αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης Γρηγόριο τον Παλαμά και με τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό, που χρονολογείται από τον 8ο αιώνα.


Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Η Αγία Ταβιθά
Η μνήμη της εορτάζετε 25 Οκτωβρίου

Ἔγραψε τήν ἱστορία της μέ τό ἀνεξίτηλο μελάνι τῆς ἀγάπης.
Ἔζησε τό θαῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πού νικᾶ τό θάνατο καί χαρίζει στούς δικούς του τήν αἰώνια ζωή. Ἡ ἰουδαία κόρη τῆς Ἰόππης βρῆκε στό κήρυγμα τῶν ἀποστόλων γιά τόν Ἰησοῦ τήν καταπληκτική ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν πού ἀπό μικρή μελετοῦσε στήν Παλαιά Διαθήκη. Ἡ ἁγία Γραφή καταχωρεῖ πλάι στό ὄνομά της τόν τίτλο «μαθήτρια», δηλώνοντας τό ζῆλο τῆς μαθητείας, γιά νά γνωρίσει τά μεγαλεῖα τῆς πίστεως καί νά ἐντρυφήσει σ᾿ αὐτά. Εὐγνώμονα ἡ ὕπαρξή της πρόσφερε ἀνταπόδομα στόν λυτρωτή Κύριο τήν ὁλοπρόθυμη διακονία της στά δικά του παιδιά, τούς ἀδελφούς της. Τό ὄνομά της, Ταβιθᾶ, φυλάσσεται μέσα στό αἰώνιο βιβλίο τοῦ Θεοῦ. Στά ἑλληνικά θά πεῖ δορκάς, ἐλάφι· τόσο ταιριαστό σέ τούτη τήν ἐκλεκτή ὕπαρξη! Προικισμένη σάν τό χαριτωμένο ἐλάφι μέ προσοχή, εὐστροφία καί γρηγοράδα, ἀποτελοῦσε πνευματικό κεφάλαιο γιά τή χριστιανική κοινότητα τῆς πόλεώς της. Ἦταν τό ὑπόδειγμα καί ἡ καύχησή τους. Ἡ ζωή της σεμνή, σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Κυρίου, γινόταν ἀκτίνα παρηγοριᾶς στή θλίψη καί μήνυμα ἐλπίδας στόν κάθε πόνο. Ἀθόρυβη, ἐνεργητική, ἀκούραστη εἶχε βάλει τή σφραγίδα τῆς καλωσύνης της στίς ψυχές ὅλων τῶν πονεμένων. «Πλήρης ἀγαθῶν ἔργων», σάν δένδρο κατάκαρπο, σκίαζε καί εὔφραινε τούς «ἐλαχίστους» ἀδελφούς τοῦ Ἰησοῦ. Γι᾿ αὐτό θλίψη καί πόνο ἔφερε σέ ὅλους τούς χριστιανούς ἡ εἴδηση τοῦ πρόωρου θανάτου της. Οἱ πιστοί σπεύδουν νά καλέσουν κοντά τους τόν ἀπόστολο Πέτρο καί τοῦ μιλοῦν μέ δάκρυα. Κι ἦταν τοῦτα τά δάκρυα τῶν φτωχῶν ὁ θερμότερος ἐπικήδειος καί ἡ πειστικότερη δέηση πρός τόν ἴδιο ἀλλά καί τόν Κύριό του. Προσκόμιζαν στόν ἀπόστολο καί τά τεκμήρια τῆς ἀγάπης τῆς Ταβιθᾶ· καί ἦταν τόσα! Ὄχι μόνο τά παρήγορα λόγια της τά γεμάτα μέ θεῖο φωτισμό ἀλλά καί τά ἔργα τῆς θυσίας της, πού ἀγρυπνώντας γιά τήν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν κατασκεύαζε: χιτῶνες καί ἱμάτια πού είχαν ντύσει τήν ἔνδεια καί τήν ἀνάγκη μέ τή θαλπωρή τῆς στοργῆς. Τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ πατέρα ἀγκαλιάζει μέ συμπάθεια αὐτή τή συγκινητική σκηνή· δέν ἀρνεῖται νά ἀνταποκριθεῖ ἄμεσα στήν ἁπλή καί χωρίς ὑστεροβουλία προσδοκία τῶν πιστῶν. Τό θαῦμα -συνέπεια τῆς «ἀνυποκρίτου πίστεως»- φανερώνει τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στήν Ταβιθᾶ, ἀλλά καί σέ ὅσους ἔχουν πίστη «ὡς κόκκο σινάπεως» πού πετυχαίνει τά ἀκατόρθωτα. Ἡ στερέωση τῆς πίστεως τῶν χριστιανῶν τῆς Ἰόππης μέ τό θαῦμα τῆς ἀνάστασής της ἦταν μιά ἀκόμη προσφορά πού μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ παρέδωσε στήν Ἐκκλησία ἡ Ταβιθᾶ. Ἡ ζωή καί ὁ θάνατός της ἦταν γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τή στερέωση τῆς βασιλείας του. Σκορπίζοντας εὐεργεσίες μέ τά δυό της χέρια ἡ Ταβιθᾶ ἀγκάλιασε τόν οὐρανό καί σκόρπισε τό φῶς του στή σκοτεινιά τῆς γῆς. Ἡ μορφή της γίνεται πρότυπο μίμησης γιά τούς πιστούς. Σέ κάθε ἐποχή κάποιες ψυχές βαδίζοντας στά ἡρωικά της ἴχνη φέρνουν τή θωπεία τοῦ Χριστοῦ στά δακρύβρεχτα πρόσωπα. Ὅσο κι ἄν τά χρόνια περνοῦν καί μεταβάλλονται οἱ συνθῆκες, μένει ἀναλλοίωτα ἴδια ἡ ἀνάγκη τῶν ἀνθρώπων γιά ἀγάπη· γιά κείνη τήν ἀγάπη πού ἀνυπόκριτα καί ἀφειδώλευτα μποροῦν νά προσφέρουν στόν πονεμένο καί ἀπελπισμένο κόσμο ὅσοι γίνονται μαθητές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καθώς μέσα ἀπό τό συναξάρι τῆς 25ης Ὀκτωβρίου ζωντανεύει ἡ ζωή της, ἄς μαθητεύσουμε σέ τούτη τή μαθήτρια τῆς πρώτης ἐκκλησίας, πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν «καθ᾿ ὑπερβολήν ὁδό» τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης.
Ἰχνηλάτης

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

H Οσια Ματρωνα ἡ Θαυματουργος ἡ Χιοπολιτιδα

Η μνήμη της εορτάζετε στις 20 Οκτωβρίου

Ὀνομαζόταν Μαρία καὶ γεννήθηκε στὸ χωριὸ Βολισσὸς τῆς Χίου ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους, τὸν Λέοντα καὶ τὴν Ἄννα. Ἕξι ἄλλες ἀδελφές τῆς Μαρίας, μεγαλύτερές της, παντρεύτηκαν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, περιζήτητες νύφες γιὰ τὴν ὀμορφιά, τὴν ἀνατροφὴ καὶ γιὰ τὴν καλὴ προίκα τους.

Ἡ μικρότερη ἀφοσιώθηκε στὴ μελέτη τῶν θείων καὶ ἀσχολεῖτο θερμὰ μὲ φιλανθρωπικὰ καθήκοντα. Ἔτσι θέλησε νὰ ἀκολουθήσει ἄλλο δρόμο. Ἡ τακτικὴ ἐπαφή της μὲ τὶς καλογριὲς τῶν γυναικείων μοναστηριῶν τοῦ νησιοῦ, ἔκανε τὴν Μαρία νὰ ποθήσει τὴν ἁγνὴ μοναχικὴ ζωή. Ἀλλὰ ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς γονεῖς της, τὴν συγκρατοῦσε στὸ πατρικό της σπίτι.

Ὅταν ὅμως αὐτοὶ πέθαναν ἡ Μαρία δοκίμασε τὴ μοναχικὴ ζωὴ κοντὰ σὲ μιὰ εὐσεβὴ χήρα, ποὺ ἀσκήτευε μὲ τὶς δυὸ θυγατέρες της. Μετὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴν μοναχικὴ ἐμπειρία, ἀποφάσισε νὰ προσχωρήσει στὶς μοναχικὲς τάξεις. Χειροτονήθηκε λοιπὸν μοναχὴ καὶ μετονομάσθηκε Ματρῶνα. Ἡ διαγωγὴ της μέσα στὴν μικρὴ ἀδελφότητα ἦταν ἄριστη. Ἡ διάθεσή της πάντοτε ἀγαθή, φιλάδελφη, ταπεινὴ καὶ ἐγκάρδια. Μάλιστα, ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῆς πώλησης τῆς περιουσίας της, κτίστηκε στὸ μοναστήρι ὡραιότατος ναός.

Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρόνο, πέθανε ἡ γυναίκα ποὺ κοντά της ἡ Ματρῶνα γυμνάστηκε στὴ μοναχικὴ ζωή. Τότε ὅλες οἱ μοναχὲς ἀπὸ κοινοῦ, ἐξέλεξαν ἡγουμένη – παρὰ τὴν θέλησή της – τὴν Ματρώνα. Ὑπὸ τὶς ὁδηγίες της ἡ ἀδελφότητα ζοῦσε μὲ πολλὴ ἐγκράτεια, ὑπακοὴ καὶ εὐσέβεια.

Τὸ 1462 ἡ Ματρώνα πέθανε, ἀφοῦ ἔζησε ζωὴ πραγματικὰ ἁγία.
Ἄλλες πηγὲς ὑπολογίζουν τὸν χρόνο κοιμήσεως τῆς Ἁγίας 100 περίπου χρόνια πρὶν τὸ 1462, διότι ἡ πρώτη βιογραφία της γράφτηκε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ρόδου Νεῖλο (1357).


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Χριστοῦ τοῖς ἴχνεσιν, ἀκολουθήσασα, κόσμου τερπνότητα, Ὁσία ἔλιπες, καὶ ἐμιμήσω ἐν σαρκί, Ἀγγέλων τὴν πολιτείαν· ὅθεν ταῖς τοῦ Πνεύματος, δωρεαῖς κατεφαίδρυνας, τὴν ἐνεγκαμένην σε, νῆσον Χίον πανεύφημε· διὸ χαρμονικῶς ἐκβοᾷ σοι· χαίροις Ματρῶνα πανολβία.


Κοντάκιον.
Οὐδαμῶς τὸ θῆλύ σοι, ἐμποδὼν ὤφθη Ματρῶνα, πρὸς τοὺς ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἀγῶνας ὄντως καὶ ἄθλους· ᾔσχυνας, διὸ τὸν μέγαν νοῦν θεοφόρε· εὔφρανας, τὸ γυναικεῖον μεγάλως γένος, τὸ ἐκείνου ταῖς σαῖς νίκαις, προσαφελοῦσα τῆς ἥττης ὄνειδος.


Μεγαλυνάριον.
Ἔβλυσας ἱδρῶτας ἀσκητικούς, ἐν τῇ Χίῳ Μῆτερ, ὡς καλλίκρουνός τις πηγή, ἐξ ὧν ἀπαντλοῦντες, Ματρῶνα μακαρία, παθῶν τῶν ψυχοφθόρων, ἐκκαθαιρόμεθα.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Τήν Κυριακή 17 Ὀκτωβρίου, στίς 6.30 μ.μ.,
στήν ἀνακαινισμένη αἴθουσα τῆς "ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΕΩΣ", Πέλοπος 7
(κοντά στόν Ἱ. Ν. Ἁγίου Δημητρίου στό κέντρο τῆς Θεσσαλονίκης)
θά γίνει ἡ ἔναρξη τῶν κηρυγμάτων.
Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμος
θά τελέσει τόν Ἁγιασμό καί στήν συνέχεια θά ὁμιλήσει μέ ἐπίκαιρο θέμα.

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

H ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ
Κατ’ εμέ η αγάπη είναι τριών ειδών: η σαρκική αγάπη, η οποία είναι γεμάτη πνευματικά μικρόβια, η κοσμική αγάπη, η οποία είναι φαινομενική, τυπική, υποκριτική, δίχως βάθος, και η πνευματική αγάπη, η οποία είναι αληθινή, η αγνή, η ακριβή αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι αθάνατη!
Να έχετε το νου σας συνέχεια στο Θεό. Να λέτε την ευχή, να μιλάτε με το Θεό. Όταν ο άνθρωπος κάνει αυτήν την εργασία, κατ’ αρχάς νιώθει λίγο την αγάπη του Θεού και αργότερα, όσο προχωράει, την νιώθει όλο και πιο πολύ. Ο νους του βρίσκεται μόνιμα πλέον στον Θεό, και δεν τον συγκινεί τίποτα πλέον το γήινο και το μάταιο. Στην καρδιά του φουντώνει η αγάπη προς το Θεό, γεμίζει και δε θέλει πια να σκέφτεται τίποτα άλλο εκτός από τον Θεό. Αδιαφορεί για όλα τα του κόσμου και σκέφτεται συνέχεια τον Ουράνιο Πατέρα. Βλέπεις, όσοι ασχολούνται με εφευρέσεις, απορροφούνται από την επιστήμη. Πού είναι όμως η δική μας απορρόφηση από τον Χριστό;
Όταν ανάψει η πνευματική αγάπη, φλογίζεται όλο το στήθος. Όλο το στήθος γίνεται μια φλόγα. Καίγεται ο άνθρωπος από τη μεγάλη γλυκιά φλόγα της αγάπης του Θεού, πετάει, αγαπάει με αγάπη πραγματική, μητρική. Αυτή η εσωτερική φλόγα, την οποία ανάβει ο ίδιος ο Χριστός με την αγάπη Του, θερμαίνει το σώμα πολύ περισσότερο από την αισθητή φωτιά και έχει τη δύναμη να καίει κάθε σκουπίδι, κάθε κακό λογισμό καθώς και κάθε κακή επιθυμία και άσχημη εικόνα. Τότε η ψυχή αισθάνεται και τις θείες ηδονές που δεν συγκρίνονται με καμιά άλλη ηδονή!
Τι μεγάλο κακό κάνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι να μη θέλουμε να δώσουμε την αγάπη μας στον Χριστό, αλλά να την χαραμίζουμε σε γήινα, φθηνά και μάταια πράγματα! Μια ζωή ακόμη και χιλίων ετών, και χιλιάδες καρδιές να έχει κανείς, δεν φθάνουν για να τις δώσει στον Χριστό για την μεγάλη αγάπη που μας έδειξε και που μας δείχνει συνέχεια: μας συγχωρεί, μας ανέχεται και καθαρίζει τις βρώμικες ψυχές μας με το θεϊκό του αίμα.
Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει πόσο αγαπάει ο Θεός τον άνθρωπο! Η αγάπη Του δεν συγκρίνεται με τίποτε! Δεν έχει όρια! Είναι τόσο μεγάλη που, κάτι ελάχιστο αν αισθανθεί ο άνθρωπος από την αγάπη αυτήν, η πήλινη καρδιά του δεν μπορεί να την αντέξει∙ διαλύεται, γιατί είναι πηλός.
Όταν δώσει κανείς την καδιά του στον Θεό, όλα τα αγαπάει∙όχι μόνο όλους τους ανθρώπους. Αλλά και τα πουλιά και τα δένδρα, ακόμη και τα φίδια.
Αν μεθύσει ο άνθρωπος πνευματικά με το ουράνιο κρασί, η ζωή του εδώ στη γη γίνεται μαρτυρική, με την καλή όμως έννοια. Αχρηστεύεται για τον κόσμο, αδιαφορεί για καθετί γήινο και όλα τα θεωρεί «σκύβαλα». Η ουράνια μέθη είναι καλή, αλλά πρέπει να είναι κανείς συνέχεια εκεί, στο ατέλειωτο βαρέλι, το ουράνιο. Εύχομαι να βρείτε την παραδεισένια θεία κάνουλα και να πίνετε και να μεθάτε συνέχεια από το παραδεισένιο κρασί!
ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ
«Μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος», λέει ο Απόστολος Παύλος. Όλη η βάση στην πνευματική ζωή εδώ είναι: να ξεχνάω τον εαυτό μου με την καλή έννοια και να σκέφτομαι τον άλλο, να συμμετέχω στον πόνο, στην δυσκολία του άλλου. Να μην κοιτάζω πώς να ξεφύγω την δυσκολία, αλλά πώς να βοηθήσω τον άλλο, πώς να τον αναπαύσω.
Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του. Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη μαλώνουν ποιος να δώσει περισσότερη αγάπη στον άλλο. Αγαπούν χωρίς να σκέφτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και δίνονται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνονται. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ απ’ τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν.
Μέσα στον πόνο κρύβεται περισσότερη αγάπη από την κανονική. Γιατί, όταν πονάς τον άλλο, τον αγαπάς λίγο παραπάνω. Αγάπη με πόνο είναι να σφίξεις στην αγκαλιά σου έναν αδελφό σου που έχει δαιμόνιο και το δαιμόνιο να φύγει. Γιατί η «σφιχτή» αγάπη, η πνευματική αγάπη με πόνο, δίνει παρηγοριά θεϊκή στα πλάσματα του Θεού, πνίγει δαίμονες, ελευθερώνει ψυχές και θεραπεύει τραύματα με το
βάλσαμο της αγάπης του Χριστού που χύνει. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Λειώνει από τον πόνο για τους άλλους, εύχεται, παρηγορεί. Και ενώ παίρνει τον πόνο των άλλων, είναι πάντα χαρούμενος, γιατί ο Χριστός του παίρνει τον πόνο και τον παρηγορεί πνευματικά.
Για να χαίρεται κανείς αληθινά, πνευματικά, πρέπει να αγαπάει, και για να αγαπάει, πρέπει να πιστεύει. Δεν πιστεύουν οι άνθρωποι και γι’ αυτό δεν αγαπούν, δεν θυσιάζονται και δεν χαίρονται. Αν πίστευαν θα αγαπούσαν, θα θυσιάζονταν και θα χαίρονταν. Από τη θυσία βγαίνει η μεγαλύτερη χαρά!
Όταν αγαπάς, χαίρεσαι. Και όταν αυξηθεί η αγάπη, τότε ο άνθρωπος δεν ζητάει την χαρά για τον εαυτό του, αλλά θέλει να χαίρονται οι άλλοι. Η θεϊκή χαρά έρχεται με το δόσιμο!
Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πως είναι ο Παράδεισος και η κόλαση. Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει:
«Έλα, να σου δείξω την κόλαση». Βρέθηκε τότε σ’ ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στη μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μια πολύ μακριά κουτάλα∙ έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν…
Μετά άκουσε την ίδια φωνή να του λέει: «Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο» . Βρέθηκε τότε σ’ ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι όμοιο με το προηγούμενο και στη μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλο. Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο;
Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου.
Πηγη: Φοιτητικη Χριστιανικη Δραση.