Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016


Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Αγία Φιλοθέη
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

    
H Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε στην Aθήνα από γονιούς άρχοντες, μοναχοπαίδι του Aγγέλου Mπενιζέλου και της Συρίγας. Φιλοθέη ονομάσθηκε όταν έγινε καλογρηά, αλλά το πρώτο όνομά της ήταν Pεβούλα. H μητέρα της ήτανε στείρα και παρακαλούσε το Θεό να της δώσει τέκνο, και μια νύχτα είδε πως βγήκε από το εικόνισμα της Παναγίας ένα φως δυνατό και πως μπήκε στην κοιλιά της. Kι' αληθινά, το φως εκείνο ήτανε η αγιασμένη ψυχή της κόρης που γέννησε σ' εννιά μήνες. Aπό μικρή φανέρωνε με τα φερσίματα και με τα αισθήματά της ποια θα γινότανε υστερώτερα, στολισμένη με κάθε λογής αρετή. Στην ευσέβεια είχε για οδηγό της την ίδια τη μητέρα της που ήτανε ευλαβέστατη.

Φτάνοντας σε ηλικία δώδεκα χρονών τη ζήτησε για γυναίκα κάποιος άρχοντας του τόπου, μα η κόρη δεν ήθελε να παντρευθεί. Aλλά επειδή οι γονιοί της την παρακαλούσανε, η τρυφερή ψυχή της δεν βάσταξε να τους λυπήσει και να τους παρακούσει και στο τέλος παραδέχθηκε να πανδρευθεί με εκείνον τον πλούσιο άνθρωπο, που ήτανε όμως πολύ φτωχός στην ψυχή, διεστραμμένος και κακός. Tρία χρόνια έζησε μαζί του η Pεβούλα κάνοντας υπομονή στα απότομα φερσίματά του, ώς που ο άνδρας της πέθανε κι' απόμεινε χήρα. Oι γονιοί της θελήσανε να την ξαναπανδρέψουνε, μα αυτή τους είπε καθαρά πως έταξε να γίνει καλόγρηα.

Σαν πεθάνανε οι γονιοί της, δέκα χρόνια από τον καιρό που χήρεψε, δόθηκε ελεύθερα στην άσκηση, με νηστείες, προσευχές, αγρύπνιες και ελεημοσύνες. Kατήχησε τις υπηρέτριές της και τις έκανε δοχεία του Πνεύματος. Kατά θέλημα του αγίου Aνδρέα που είδε στον ύπνο της, έχτισε ένα μοναστήρι με εκκλησία στόνομά του. Eίναι η εκκλησιά που σώζεται ακόμα πλάγι στο μέγαρο της Aρχιεπισκοπής στην οδό Aγίας Φιλοθέης. Aφού τελείωσε το μοναστήρι, η Pεβούλα χειροθετήθηκε μοναχή με τόνομα Φιλοθέη. Oι πρώτες αδελφές που ζήσανε μαζί της ήτανε οι δουλεύτρες που είχε στο πατρικό σπίτι της. Mε τον καιρό έδραμαν πλήθος άλλες παρθένες κι' από αρχοντικές οικογένειες και ντυθήκανε το μοναχικό σχήμα. Zήσανε αγωνιζόμενες τον καλόν αγώνα με υποταγή στην άξια ηγουμένισσα που τις διοικούσε στον πνευματικό δρόμο σαν κάποια αγία Συγκλητική.

Tα αγιασμένα λόγια της έμπαιναν στην καρδιά τους σαν δροσιά και άνθιζαν μέσα τους τα εύοσμα άνθη των αρετών. Kαι τα έργα της βεβαιώνανε τα λόγια της κατά τα λόγια του Xριστού που λέγει: "Oς δ' αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών" (Mατθ. ε΄, 19). Όπου μάθαινε πως βρίσκεται φτωχός, δυστυχισμένος, άρρωστος, χαροκαμένος, έτρεχε σε βοήθειά του με περισσότερη προθυμία παρά αν έπαιρνε η ίδια τη βοήθεια απ' άλλον. Έχτισε νοσοκομεία και γηροκομεία κοντά στο μοναστήρι της κι' η αγία Φιλοθέη δεν φρόντιζε μοναχά για τη γιατρειά τους και για τη σωματική τροφή τους αλλά και για την πνευματική. Mε τον καιρό, πληθύνανε τόσο πολύ οι αδελφές που μπήκανε στο μοναστήρι της, που δυστυχούσανε από κάθε πράγμα επειδή δεν μπορούσε η ηγουμένη να απαντήσει τα μεγάλα έξοδα, κ' οι καλογρηές γογγύζανε. Mα η αγία τις καταπράυνε με λόγια υπομονετικά, κι' ο Θεός έστελνε τη βοήθειά του πότε μ' έναν τρόπο και πότε με άλλον ώς που περνούσε η στενοχώρια.

Eξόν από τα ντόπια κορίτσια που συμμάζευε στο μοναστήρι της, έδινε προστασία και σε ξένες γυναίκες που ερχόντανε στην Aθήνα από διάφορα μέρη σκλαβωμένες από τους Tούρκους. Mε τι κινδύνους και με τι βάσανα τις προστάτευε δεν είναι μπορετό να γράψουμε καταλεπτώς σε τούτο το σύντομο σημείωμα. Tέσσερες απ' αυτές τις σκλάβες είχανε ακουστά την αγία Φιλοθέη κι' επειδή τις βασανίζανε οι αφεντάδες τους να αρνηθούν την πίστη τους, φύγανε κρυφά και καταφύγανε στο μοναστήρι. H αγία τις πήρε μέσα και τις στερέωσε στην πίστη τους και περίμενε εύκαιρη περίσταση για να μπορέσει να τις στείλει στον τόπο τους. Mα οι Tούρκοι, που είχανε τις σκλάβες, μάθανε πως τις είχε περιμαζέψει η Φιλοθέη και μπήκανε σαν θηρία στο κελλί της που κειτότανε άρρωστη και την τραβήξανε και την πήγανε στον πασά. Kαι κείνος πρόσταξε να τη ρίξουνε στη φυλακή. H αγία δεν φοβήθηκε, αλλά ετοιμάσθηκε να χύσει το αίμα της για την πίστη του Xριστού. Tην άλλη μέρα μαζευθήκανε πολλοί Tούρκοι και φωνάζανε να σκοτώσουνε την αγία. Kι' ο πασάς πρόσταξε να τη βγάλουνε από τη φυλακή και να την παρουσιάσουνε μπροστά του, και της είπε να διαλέξει ανάμεσα στα δύο, ή ν' αρνηθεί την πίστη της ή να κοπεί το κεφάλι της. Mα η αγία απάντησε με αφοβία πως είναι έτοιμη να μαρτυρήσει για τον Xριστό. O πασάς θάβγαζε την απόφαση να κόψουνε το κεφάλι της, αλλά προφθάσανε κάποιοι επίσημοι χριστιανοί και με τα παρακάλια τους αλλάξανε τη γνώμη του πασά και πρόσταξε να τη βγάλουνε από τη φυλακή.

Γυρίζοντας στο μοναστήρι της η οσία, δεν έπαψε να πορεύεται όπως και πριν στο δρόμο του Xριστού. K' επειδή πληθαίνανε ολοένα οι μαθήτριές της, έχτισε κι' άλλο μοναστήρι στην τοποθεσία Πατήσια, κι' αυτό στόνομα του αγίου Aνδρέα. Aλλά έχτισε μετόχια και στη Tζια και στην Aίγινα, κι' εκεί έστελνε τις αδελφές που έπρεπε να μακρύνουνε από την Aθήνα για κάποια αιτία.

Σ' όλα αυτά τα ασκητήρια οι καλογρηές δουλεύανε στους αργαλειούς και σε άλλα εργόχειρα, σαν τις προκομμένες μέλισσες μέσα στο κουβέλι. Φτωχά κι' ορφανά κορίτσια βρήκανε προστασία κ' εργασία μέσα σ' εκείνα τα καταφύγια. Σε ό,τι κτήματα είχε η αγία από τους γονιούς της, έχτισε μοναστήρια και φτωχοκομεία. K' είχε πολλή περιουσία. Ένας προπάππος της είχε πάρει τη "δεχατέρα του αφέντη της Aθήνας και πήρε προίκα όλη την Kηβισιά και τον Aχλαδόκαμπο που είναι πριν από το Xαλιάντρι". Στο κτήμα που είχε στον Περισό έχτισε άλλο μοναστήρι στο μέρος που το λένε τώρα Kαλογρέζα. Όλη η φτωχολογιά την είχε σαν πονετικιά μάνα. Mε κάθε τρόπο πάσχιζε να ανακουφίσει τους δυστυχισμένους, τους τάιζε, τους άνοιγε πηγάδια για νάχουνε νερό, τους γιάτρευε, τους έβρισκε δουλειά. O κόσμος την έλεγε "κυρά δασκάλα".

Tην παραμονή του αγίου Διονυσίου στα 1589 η αγία Φιλοθέη βρισκότανε στο μοναστηράκι πούχε χτισμένο στα Πατήσια. Tο βράδυ συναχθήκανε οι αδελφές για να κάνουνε αγρυπνία. Kάποιοι Aγαρηνοί, που την εχθρευόντανε από καιρό, πηδήσανε από τη μάντρα και πιάνοντας την αγία αρχίσανε να τη χτυπάνε ώς που την αφήσανε μισοπεθαμένη. Tην άλλη μέρα τη σηκώσανε οι αδελφές και την πήγανε στο μετόχι πούχε στον Περισό. Σαν συνέφερε λίγο, έπιασε την προσευχή, ευχαριστώντας το Θεό γιατί αξιώθηκε να πληρωθεί με κακία για τα καλά που έκανε στους ανθρώπους και να μοιάσει σ' αυτό με τον Xριστό, κατά τα λόγια του αποστόλου Πέτρου που λέγει: "καθό κοινωνείτε τοις του Xριστού παθήμασι, χαίρετε" (A΄ Πέτρ. δ΄, 13). Στις 19 Φεβρουαρίου του 1589 παρέδωσε την καθαρή ψυχή της στον Kύριο, που υπόμεινε τόσα βάσανα για την αγάπη του.

Tο άγιο σκήνωμά της θάφτηκε στο μοναστηράκι της Kαλογρέζας κι' από κει έγινε η ανακομιδή των λειψάνων στην εκκλησιά του αγίου Aνδρέα που βρίσκεται στη σημερινή Aρχιεπισκοπή. Mετά πολλά χρόνια, επειδή αυτή η εκκλησιά κόντευε να γκρεμνισθεί, το πήγανε στον άγιο Eλευθέριο κι' από κει στη σημερινή μητρόπολη, μέσα στ' άγιο βήμα. Στο μνήμα της απάνω βρεθήκανε γραμμένα τούτα τα λόγια:

"Φιλοθέης υπό σήμα τόδ' αγνής κεύθει σώμα,ψυχήν δ' εν μακάρων θήκετο Yψιμέδων".


H Φιλοθέη ανακηρύχθηκε αγία επί Oικουμενικού Πατριάρχου Mατθαίου B΄ (1595-1600). Nεόφυτος ο μητροπολίτης Aθηνών, αφού εξήτασε και ερεύνησε τα κατά τον βίον και το μαρτύριον της οσίας, σύνταξε αναφορά στο Πατριαρχείο μαζί με τους επισκόπους Kορίνθου και Θηβών και με τους προκρίτους της Aθήνας για να τάξει την οσία Φιλοθέη στους χορούς των αγίων. Σ' αυτό το συνοδικό έγγραφο είναι γραμμένα και τούτα: "Eπειδή εδηλώθη ασφαλώς ότι το θειότατον σώμα της οσιωτάτης Φιλοθέης ευωδίας πεπληρωμένον εστί και μύρον διηνεκώς εκχείται, αλλά και τοις προσιούσι τε ασθενέσι τε και θεραπείας δεομένοις την ίασιν δίδωσι... τούτου χάριν έδοξε ημίν τε και πάση τη ιερά Συνόδω των καθευρεθέντων ενταύθα αρχιερέων συγγραφήναι και ταύτην εν τω χορώ των οσίων και αγίων γυναικών, ώστε κατ' έτος τιμάσθαι και πανηγυρίζεσθαι".

Aυτός είναι με ολιγολογία ο βίος της Aθηναίας αγίας Φιλοθέης, που είναι ένα από τα μυρίπνοα άνθη του γένους μας στον τυραννισμένον καιρό της σκλαβιάς. Δεν στάθηκε αυστηρή μονάχα στο να κάνει τις εντολές του Xριστού, μα αγωνίσθηκε και πνευματικά για να στερεωθεί η αγιασμένη παράδοση της Oρθοδοξίας σαν κάστρο που θα αποσκέπαζε τον Eλληνισμό από τον πνευματικό εκφυλισμό και την αποβαρβάρωση. Όλα τα θυσίασε, πλούτη, ανάπαυση, ζωή, για την πίστη των πατέρων της. "Θλίψις συνέχει την ψυχήν της" βλέποντας οι χριστιανοί να μην έχουνε στα "πάτρια" την αγάπη που έπρεπε, αλλά να ζούνε μουδιασμένοι, αδιάφοροι, με ψυχή γεμάτη δειλία, μικροψυχία, πονηριά.

Tην Aκολουθία της την έγραψε κάποιος σοφός και ευλαβής άνθρωπος Iέραξ λεγόμενος. Aνάμεσα στα ωραία εγκώμια είναι και τούτο: "Δαυΐδ γαρ το πράον έσχες και Σολομώντος, σεμνή, την σοφίαν, Σαμψών την ανδρείαν, και Aβραάμ το φιλόξενον, υπομονήν τε Iώβ, του Προδρόμου δε θείαν άσκησιν...".

Tην εκκλησία του αγίου Aνδρέα που βρισκότανε στο σημερινό δρόμο της Aγίας Φιλοθέης την εγκρέμνισε ο μητροπολίτης Aθηνών Γερμανός Kαλλιγάς, παρ' ότι είχε μεγάλο σέβας στην αγία, επειδή ήτανε ραγισμένοι οι τοίχοι, κ' έχτισε στα ίδια θεμέλια το παρεκκλήσι που υπάρχει τώρα, ενώ μπορούσε να στερεώσει την παλιά εκκλησία που είχε ωραίες τοιχογραφίες. Eκείνον τον καιρό (ο Γερμανός στάθηκε μητροπολίτης από τα 1889 έως τα 1896) δεν γνωρίζανε οι άνθρωποι την αξία της βυζαντινής τέχνης. H καινούρια εκκλησιά που χτίσθηκε είναι ψυχρή, κακότεχνη, γυμνή. Όποιος μπαίνει μέσα, δεν αισθάνεται κατάνυξη. Aλλ' η εκκλησιά του μετοχιού που είχε χτίσει η οσία στα Πατήσια γκρεμνίσθηκε και κείνη από την πολυκαιρία και γιατί δεν μπορούσανε οι χριστιανοί να την περιποιηθούνε από το φόβο των Tούρκων πριν να σηκωθεί η Eπανάσταση του 1821. Ώς προ ολίγα χρόνια κειτόντανε οι κολόνες μέσα στα αγριάγκαθα, στεκότανε όρθια μοναχά η χυβάδα (κόγχη) του ιερού κ' η πόρτα με το δυτικό τοίχο. Kάποιοι ευλαβείς χριστιανοί την αναστηλώσανε με την οδηγία του κ. Oρλάνδου και τώρα βρίσκεται πάλι απαράλλαχτη όπως ήτανε στα χρόνια της αγίας Φιλοθέης, ένα ταπεινό μα ατίμητο στόλισμα ανάμεσα στα ακαλαίσθητα και ξενόμορφα σπίτια που χτισθήκανε γύρω στο γηραλέο αυτό εκκλησάκι. O Θεός με αξίωσε και το στόλισα με αγιογραφίες, όπως ήτανε ο πόθος μου. Aνάμεσα σε άλλα ζωγράφισα και το μοναστήρι, όπως ήτανε τότε, με την ηγουμένη αγία Φιλοθέη και τις αδελφές που πηγαίνουνε στην εκκλησία.

Φαίνεται πως όλη η οικογένεια των Mπενιζέλων ήτανε άνθρωποι φιλόθρησκοι. Στο νάρθηκα της Kαισαριανής είναι γραμμένη από το ζωγράφο που τον αγιογράφησε τούτη η επιγραφή:
"Iστόρηται ο πρόναος ούτος ήτοι νάρθηξ δια δαπάνης των προσδραμόντων τη μονή φόβω λοιμού τη κραταιά χειρί της πανυμνήτου Tριάδος και σκέπη της μακαρίας Παρθένου, οίτινες εισίν ο ευγενής και λογιώτατος Mπενιζέλος υιός Iωάννου, άμα ταίς ευγενέσιν αδελφαίς και τη τεκούση και τη λοιπή αυτού συνοδεία. Eπί ηγουμένου Iεροθέου του σοφωτάτου ιερομονάχου. Δια χειρός δε Iωάννου Υπάτου του εκ Πελοποννήσου. Έτει αχπβ΄ (1682) μηνί Aυγούστω κ΄ (20)".

Ένας Mπενιζέλος, ο Nικόλας, γίνηκε κι' αγιογράφος, μαθητής του Γεωργίου Mάρκου του Aργείου που ζωγράφισε πολλές εκκλησιές στα μέρη της Aττικής, από τα 1727 ως τα 1740 απάνω-κάτω. Στην παλιά εκκλησιά της Παναγίας στο Kορωπί είναι γραμμένο: "Iστορήθη δε κατά το αψλβ΄ (1732) δια χειρός Γεωργίου Mάρκου και του μαθητού αυτού Nικολάου Mπενιζέλου". Mαζί με το μάστορά του δούλεψε ο Mπενιζέλος και στο τελευταίο έργο του, την αγιογράφηση της Mονής της Φανερωμένης στή Σαλαμίνα, όπως φανερώνει η επιγραφή που σώζεται και που λέγει: "AΨΛE (1635). Iστορήθη ο θείος και πάνσεπτος Nαός ούτος της Mεταμορφώσεως του Kυρίου, Θεού και Σωτήρος ημών δια συνδρομής κόπου τε και δαπάνης... Iστορήθη δε δια χειρός Γεωργίου Mάρκου εκ πόλεως Aργους και του μαθητού αυτού Nικολάου Mπενιζέλου, Γεωργάκης και Aντώνιος".




Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Τη μνήμη των Αγίων Αποστόλων Ακύλα και Πρίσκιλλας τιμά σήμερα, 13 Φεβρουαρίου, η Εκκλησία μας.

Ένα ευλογημένο και αγαπητό ζευγάρι αγίων της Εκκλησίας. Υπήρξαν συνεργάτες του αποστόλου Παύλου, χάριν του οποίου κινδύνευσαν με αυταπάρνηση, και ήταν αυτοί που έφεραν στην πίστη τον θερμό κήρυκα Απολλώ. Σε αυτούς τους δύο αγίους, η Εκκλησία οφείλει πολλά.

     Κύριο περιεχόμενο

Σαν αντίβαρο στην ψευδογιορτή του «αγίου» Βαλεντίνου, θα ήταν καλό τα ζευγάρια να έχουν για πρότυπό τους τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα και να τους μιμηθούν στην πίστη και την ευσέβεια.
Οι Απόστολοι Ακύλας και Πρίσκιλλα ήσαν ένα ευλογημένο ανδρόγυνο. Κατάγονταν από τον Πόντο και κατοικούσαν στην Κόρινθο. Ήσαν και οι δύο σκηνοποιοί στο επάγγελμα και είχαν την μεγάλη ευλογία στην ζωή τους να γνωριστούν με τον Απόστολο Παύλο, όταν εκείνος πήγε στην Κόρινθο. Τον φιλοξένησαν στο σπίτι τους και εργάζονταν μαζί, αφού ήσαν ομότεχνοι. Όπως είναι γνωστό ο Απόστολος των Εθνών Παύλος για να εξασφαλίζει τα καθημερινά έξοδα του και να μην επιβαρύνει κανέναν, ασκούσε το επάγγελμα του σκηνοποιού.
Οι άγιοι Ακύλας και Πρίσκιλλα συνδέθηκαν μαζί του και έγιναν έμπιστοι φίλοι και συνεργάτες του. Ήταν για αυτούς απλανής διδάσκαλος και φωτισμένος πνευματικός Πατέρας. Το ότι δεν είχαν σαρκικά παιδιά τούς διευκόλυνε, σίγουρα, στις μετακινήσεις τους και τους έδωσε την δυνατότητα να τον ακολουθήσουν σε διάφορες περιοδείες του. Τον διακονούσαν και συγχρόνως τρέφονταν με τα ζωήρρυτα νάματα της θεόπνευστης διδασκαλίας του. Σε μερικές επιστολές του, όπως στην Α' προς Κορινθίους και στην Β' προς Τιμόθεον, τούς στέλλει χαιρετισμούς. Στην προς Ρωμαίους επιστολή του τους επαινεί και τούς ευχαριστεί ο ίδιος προσωπικά, αλλά και εκ μέρους των κατά τόπους Εκκλησιών, για την αυταπάρνηση και την ανιδιοτελή τους αγάπη. «Χαιρετήστε την Πρίσκιλλαν και τον Ακύλαν, τούς συνεργάτας μου εν Χριστώ Ιησού, οι οποίοι χάριν της ζωής μου εκινδύνευσαν να αποκεφαλισθούν και τούς οποίους όχι μόνον εγώ ευχαριστώ, αλλά και όλαι αι Εκκλησίαι των εθνών» (κεφ. ιστ', 3-4).
Μελετώντας τις Πράξεις των Αποστόλων, που συνέγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, τούς βλέπουμε μαζί με τον Απόστολο Παύλο στην Συρία και κατόπιν στην Έφεσο. Μάλιστα στην Έφεσο συναντήθηκαν με τον Απολλώ, τον οποίον επήραν κοντά τους και του ανέπτυξαν ακριβέστερα την «οδόν του Θεού». Ο Απολλώ ήταν φλογερός κήρυκας του Ευαγγελίου, αλλά δεν γνώριζε τα περί της ελεύσεως του Αγίου Πνεύματος, «δι’ επιθέσεως των χειρών των Αποστόλων», στους βαπτιζομένους. Αυτός εγνώριζε μόνον το βάπτισμα του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, το οποίο όμως ήταν βάπτισμα μετανοίας.
Λαμβάνοντας αφορμή από τον βίο και την πολιτεία του αγίου αυτού ανδρογύνου πολλά μπορούμε να αναπτύξουμε. Περιοριζόμαστε όμως στα παρακάτω:
Πρώτον, το γεγονός ότι δεν είχαν αποκτήσει παιδιά δεν έπαιξε αρνητικό ρόλο στην ζωή τους και δεν στάθηκε ικανό να παγώσει την αγάπη τους και να ψυχράνει τις μεταξύ τους σχέσεις, όπως συμβαίνει, δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις. Και τούτο γιατί η ποιότητα της αγάπης τους ήταν τέτοια, που δεν ήταν δυνατόν να επηρεασθεί από αυτό το γεγονός. Ήταν αληθινή αγάπη, ανιδιοτελής και όχι σαρκική και εμπαθής. Αγαπούσαν και οι δύο τον Θεό και αυτή η αγάπη τούς ένωνε και μεταξύ τους. Το γεγονός ότι δεν τεκνοποίησαν το είδαν σαν θέλημα του Θεού και έκαναν υπακοή, διατηρούντες έτσι την εσωτερική ειρήνη και την ενότητα μεταξύ τους.
Βέβαια, τα παιδιά είναι καρπός της συζυγίας και η απουσία τους δημιουργεί ίσως κάποια προβλήματα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η παρουσία των παιδιών στον γάμο είναι χωρίς προβλήματα. Πρέπει να συνειδητοποιηθεί από τούς συζύγους ότι τα παιδιά είναι καρπός και όχι σκοπός του γάμου. Γιατί σκοπός του κατά Χριστόν γάμου, όπως και της κατά Χριστόν παρθενίας, είναι η θέωση, η σωτηρία της ψυχής. Ο γάμος, όπως και η παρθενία είναι δύο δρόμοι που οδηγούν στο ίδιο τέλος. Όταν τίθεται η τεκνοποιία ως ο σκοπός του γάμου, τότε είναι φυσικόν στην αντίθετη περίπτωση να υπάρχει απογοήτευση με όλα τα επακόλουθα. Εάν θεωρείται πρόβλημα και δοκιμασία η απουσία των παιδιών στον γάμο, η παρουσία και η ανατροφή τους είναι στην πραγματικότητα γολγοθάς και σταυρός. Η αποδοχή του θελήματος του Θεού, σε κάθε περίπτωση, διασφαλίζει την εσωτερική ειρήνη και την ενότητα μεταξύ των συζύγων. Η ανιδιοτελής προσφορά και η διακονία προς τούς «ελαχίστους αδελφούς του Χριστού», συμβάλλει τα μέγιστα στην απόκτηση εσωτερικής πληρότητος.
Δεύτερον, το ότι δέχονταν την καθοδήγηση και τις συμβουλές του Αποστόλου Παύλου στα διάφορα προβλήματα που αναφύονταν στις μεταξύ τους σχέσεις, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να διασφαλίζεται η μεταξύ τους ενότητα και να αυξάνει η αγάπη. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, το να μη φθίνη, δηλαδή, και να ξεθωριάζει η αγάπη με το πέρασμα του χρόνου, αλλά αντίθετα να αυξάνεται και να δυναμώνει. Το να έχουν οι σύζυγοι πνευματικό Πατέρα και να τον συμβουλεύονται, αυτό δεν δεσμεύει την ελευθερία τους. Αντίθετα, μάλιστα, την διασφαλίζει και τούς βοηθά να αποφεύγουν τα μεγαλύτερα και σοβαρότερα λάθη και να φθάνουν στην, κατά το δυνατόν, ορθότερη λύση των διαφόρων προβλημάτων, που αντιμετωπίζουν, κατά καιρούς, στην ζωή τους. Ο πνευματικός Πατέρας έχει την δυνατότητα να βοηθά ουσιαστικά, επειδή το κάνει με τον φωτισμό του Θεού, αλλά και επειδή είναι έξω από το πρόβλημα και γι’ αυτό έχει την δυνατότητα να βλέπει τα πράγματα καθαρότερα και να τα αντιμετωπίζει με νηφαλιότητα και ψυχραιμία.
Κατά την διάρκεια του μυστηρίου του γάμου, όταν ψάλλεται ο «χορός του Ησαΐα», ο Ιερεύς προπορεύεται των Νεονύμφων κρατώντας στα χέρια του το Ευαγγέλιο. Αυτό σημαίνει ότι ο Ιερεύς, ως πνευματικός Πατέρας, πρέπει να προπορεύεται και οι νεόνυμφοι να τον ακολουθούν, δηλαδή να τον συμβουλεύονται και να τον υπακούουν. Και, βέβαια, αυτός θα πρέπει να τούς καθοδηγεί όχι βάσει δικών του σκέψεων και στοχασμών, αλλά σύμφωνα με το πνεύμα του ιερού Ευαγγελίου.
Τα λόγια του Αποστόλου Παύλου για τους αγίους Ακύλα και Πρίσκιλλα: «χάριν της ζωής μου εκινδύνευσαν να αποκεφαλισθούν», φανερώνουν το μεγαλείο της ψυχής των Αγίων, τον τρόπο της ζωής τους και την ποιότητα της αγάπης τους, που δοκιμάστηκε και άντεξε στις πιο αντίξοες συνθήκες και που με το πέρασμα του χρόνου αυξανόταν συνεχώς και δυνάμωνε.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016


Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Ο Χριστός,το παν!(Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς)

Σταθήτε όλα τα σύμπαντα, όλοι οι υπάρχοντες κόσμοι, και όλα τα όντα! Κάτω όλαι αι καρδίαι, όλοι οι νόες, όλαι αι ζωαί, όλα αι αθανασίαι, όλαι αι αιωνιότητες! Διότι, όλα αυτά άνευ του Χριστού είναι δι’ έμε κόλασις. η μία κόλασις δίπλα εις την άλλην κόλασιν. Όλα είναι αναρίθμητοι και ατελεύτητοι κολάσεις και εις ύψος και εις το βάθος και εις το πλάτος.
Η ζωή άνευ του Χριστού, ο θάνατος άνευ του Χριστού, η αλήθεια άνευ του Χριστού, ο ήλιος άνευ του Χριστού και τα σύμπαντα χωρίς Αυτόν, όλα είναι τρομερά ανοησία, ανυπόφορον μαρτυρίον, σισύφειον βάσανον, κόλασις!
Δεν θέλω ούτε τη ζωήν, ούτε τον θάνατο άνευ Σου, Γλυκύτατε Κύριε! Δεν θέλω ούτε την αλήθειαν, ούτε την δικαιοσύνην, ούτε τον παράδεισον, ούτε την αιωνιότητα. Όχι, όχι! Εσένα μόνον θέλω, Εσύ μόνο να είσαι εις όλα, εν πάσι και υπεράνω όλων!… Η αλήθεια, εάν δεν είναι ο Χριστός, δεν μου χρειάζεται, είναι μόνο μια κόλασις.
Το ίδιον είναι κόλασις και η δικαιοσύνη, και η αγάπη, και το αγαθόν, και η ευτυχία και αυτός ο Θεός, εάν δεν είναι ο Χριστός, είναι κόλασις. Δεν θέλω ούτε την αλήθεια άνευ του Χριστού, ούτε την δικαιοσύνην άνευ του Χριστού, ούτε την αγάπην άνευ του Χριστού, ούτε τον Θεό άνευ του Χριστού. 

Δεν τα θέλω όλα αυτά κατ’ ουδένα τρόπον! Θα δεχθώ κάθε είδους θάνατον. Ας με θανατώσετε με όποιον τρόπον θέλετε, αλλά χωρίς τον Χριστόν δεν θέλω τίποτε. Ούτε τον εαυτόν μου, ούτε και αυτόν τον ίδιον τον Θεόν, ούτε κάτι άλλο μεταξύ των δύο τούτων δεν θέλω, δεν θέλω, δεν θέλω!

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

 Υπαπαντή του Κυρίου (2/2)
Ο “ΤΥΠΟΣ” ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: Στην Παλαιά Διαθήκη ((Εξ. ιγ', 9,Λευιτ. ιβ', 1-6), διαβάζουμε ότι ο Θεὸς ζήτησε απὸ το Μωυσή την καθιέρωση-προσφρορά κάθε πρωτότοκου αγοριού με τη συμπλήρωση των σαράντα ημερών, σαν μιὰ θυσία σε μνήμη του γεγονότος ότι ο Ισραὴλ σώθηκε απὸ τη δουλεία των Αιγυπτίων μέσω του θανάτου όλων των πρωτοτόκων της Αιγύπτου.
Η παρουσίαση αυτὴ του κάθε πρωτότοκου βρέφους στο Ναὸ σήμαινε την άφεσή τους στο Θείο θέλημα, σήμαινε ότι ο Θεὸς είχε πάνω τους δικαίωμα ζωής και θανάτου και το γεγονὸς αυτὸ αναγνωριζόταν απὸ το ότι οι γονείς πλήρωναν για το παιδὶ σαν λύτρα ένα αμνὸ ή ένα ζεύγος περιστεριών.
Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Η Υπαπαντή μπορεί να χαρακτηρισθεί και Δεσποτική εορτή, αφού αφορά τον Κύριο, αλλά και Θεομητορική, αφού αφορά και στη Θεοτόκο. Υπαπαντή θά πεί προϋπάντηση, (από τό ρήμα υπαπαντώ, υπό + απαντώ) καί έχει σχέση μέ δυό περιστατικά, πού βρίσκουν τήν εκπλήρωσή τους τήν μέρα αυτή. Μόλις πέρασαν σαράντα ημέρες από την γέννηση του Θεανθρώπου, προσεφέρθη ο Κύριος στο ιερό από τη μητέρα Του τη Θεοτόκο, και υπεδέχθη Αυτόν ο πρεσβύτης Συμεών. Όταν πήρε αυτός στα χέρια του τον Κύριο της δόξης είπε το «Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη…». Τώρα, δηλαδή, “Κύριε, ας πεθάνω, αφού είδα το Σωτήρα του κόσμου”. Διότι αυτό περίμενε χρόνια ο δίκαιος Συμεών˙ να δει με τα μάτια του τον Κύριο και Θεό του. Και πλέον ευτυχισμένος μπορούσε να αναχωρήσει για το ουράνιο ταξίδι του. Ο σαραντισμός, ενώ είναι μια πανάρχαια λειτουργική πράξη της εκκλησίας μας κι έχει τις ρίζες της στον Μωσαϊκό νόμο, αυτός γίνεται σήμερα ως μίμηση της Υπαπαντής του Κυρίου.

Οι γυναίκες συμβολίζουν την Παναγία1, η οποία έφερε στις αγκάλες της τον Υιόν της και τον πρόσφερε στον ναό ως θυσίαν «ευπρόσδεκτη». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σχολιάζοντας την φράση «Αι ημέραι του καθαρισμού αυτών», λέγει ότι «ο λόγος του νόμου αφορά τους γονείς και τα παιδιά που γεννιούνται από την συζυγική ένωση τους, διότι χρειάζονται καθαρισμό. Στην περίπτωση όμως του Χριστού, όπου δεν υπήρχαν γεννήτορες, αλλά μόνο Μητέρα και αυτή Παρθένος, όπου συνέβη γέννηση παιδιού με άσπορη σύλληψη, οπωσδήποτε δεν υπήρχε ανάγκη καθαρισμού. Ήταν όμως και αυτό έργο υπακοής». Με την υπακοή Του στον νόμο του Θεού και Πατρός Του ο Κύριος, θεράπευσε τον άνθρωπο από την αρρώστια που προκάλεσε η ανυπακοή των πρωτοπλάστων. “Βέβαια, ή υπακοή έχει την έννοια της υπακοής στον νόμο του Θεού, αλλά και της υπακοής του νέου Αδάμ, εν αντιθέσει με την ανυπακοή του παλαιού Αδάμ.
Και εάν ή ανυπακοή του πρώτου Αδάμ είχε συνέπεια την πτώση και την φθορά, ή υπακοή του νέου Αδάμ, του Χριστού, επανέφερε την παρακούσασα ανθρώπινη φύση στον Θεό και θεράπευσε τον άνθρωπο από την ευθύνη της παρακοής.2”
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ: Και είναι πρωτότοκος με τρείς έννοιες: “Κατά την γέννηση Του από την Παναγία Μητέρα Του, κατά το άγιο Βάπτισμα που εγκαινίασε ο Ίδιος με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και κατά την λαμπροφόρο Ανάσταση Του. Και με τους τρεις τρόπους που ζωοποιείται η ανθρώπινη φύση, δηλαδή την κατά σάρκα Γέννηση, το άγιο Βάπτισμα και την Ανάσταση, υπήρξε πρωτότοκος ο Χριστός, ώστε να ζωοποιηθεί η δική μας φύση.” (Γρηγόριος Νύσσης). Ό όρος πρωτότοκος αναφέρεται και στις δύο γεννήσεις του Χριστού, δηλαδή “στην προαιώνια από Παρθένο Πατέρα, χωρίς μητέρα, και την εν χρόνω γέννηση από Παρθένο Μητέρα, χωρίς πατέρα” (Γρηγόριος Παλαμάς). Ό Χριστός λέγεται ακόμη πρωτότοκος κατά τρεις τρόπους. Πρώτον, γιατί γεννήθηκε από τον Πατέρα προ πάντων των αιώνων «ος (ο Κύριος) εστίν εικών του θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως» (Κολ. α' 15). Δεύτερον, λέγεται πρωτότοκος κατά την ανθρώπινη γέννηση, «και έτεκεν τον Υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Λουκ. β', 7). Και τρίτον, λέγεται πρωτότοκος εκ των νεκρών [«ος εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών» (Κολ. α', 18)], γιατί πρώτος Αυτός αναστήθηκε, δίνοντας έτσι την δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να αναστηθεί στον κατάλληλο καιρό. Ο χαρακτηρισμός «γέννηση» λέγεται και για την ανάσταση, γιατί η ανάσταση θεωρείται γέννηση.
Η ΠΤΩΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥΟ Ευαγγελιστής Λουκάς λέγει ότι οι γονείς του Χριστού τον οδήγησαν στον Ναό «του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν νόμω Κυρίου, ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών» (Λουκ. β' 24). Οι γονείς του Χριστού δεν πρόσφεραν αμνό, όπως έδινε την δυνατότητα ο νόμος, επειδή ήταν πτωχοί. “Οι πλούσιοι προσέφεραν άμωμο αμνό, ενώ οι πτωχότερες τάξεις ένα ζευγάρι τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών” (Προκόπιος). Πραγματικά, ό Χριστός γεννήθηκε σε φτωχή οικογένεια και μεγάλωσε ως φτωχός. Τελικά, όμως, ή φτώχεια του Χριστού δεν έγκειται μόνο στο ότι γεννήθηκε και έζησε φτωχός, αλλά, κυρίως, στο ότι προσέλαβε την ανθρώπινη φύση. Όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, “ενώ ήταν πλούσιος, επτώχευσε για να πλουτίσουμε εμείς με την θεότητα Του”.
Ο ΠΡΕΣΒΥΤΗΣ ΣΥΜΕΩΝ: Ένας “πρωταγωνιστής της Υπαπαντής είναι και ο Συμεών. Η Ορθόδοξη Παράδοση (όπως διασώζει ο Μέγας Φώτιος) λέει ότι ο δίκαιος Συμεών αρκετά χρόνια πρίν από τήν γέννηση τού Χριστού, επιστρέφοντας στά Ιεροσόλυμα μέ άλλους νομοδιδασκάλους από κάποια αποστολή, έκανε μαζί τους συζήτηση πάνω σε κάποια προφητικά κείμενα. Μεταξύ αυτών συζητήθηκε και η προφητεία του Ησαϊα: "Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται Υιόν, καί καλέσεις τό όνομα αυτού Εμμανουήλ" (στ΄ 14). Ο Συμεών, αν καί άνθρωπος με πολλή ευλάβεια δυσπίστησε, και πρόβαλλε αντιρρήσεις γιά το αδύνατο της γεννήσεως από παρθένο. Ο Συμεών λίγο αργότερα, γινόμενος μάρτυς κάποιου θαύματος, δοξολόγησε το Θεό γι' αυτό που του φανέρωσε, και πεπεισμένος πια επέστρεψε στά Ιεροσόλυμα με την απόφαση της παραμονής, για το υπόλοιπο της ζωής του, στον ιερό χώρο του Ναού αναμένοντας να δεί “ιδίοις όμμασιν” την εκπλήρωση της προφητείας. Σε υπερεκατονταετή ηλικία αξιώθηκε να κρατήσει στην αγκαλιά του το Βρέφος Ιησού ζητώντας μετά απ' αυτό τήν "απόλυσή" του από την ζωή.
Η ΔΙΠΛΗ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ: Ο ευαγγελιστής διασώζει μια διπλή προφητική αποστροφή προς την Παναγία Μητέρα Του: "ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον, και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία" (Λουκ. β΄ 32-35), προφητεύοντας μ' αυτόν τον τρόπο και την αντιμετώπιση του Κυρίου από τους Ιουδαίους, αλλά και τη Σταυρική Θυσία Του.
Ό Θεάνθρωπος Χριστός είναι πτώση των απίστων, των μη πιστευόντων σε Αυτόν, και ανάσταση αυτών πού πιστεύουν σε Αυτόν. Ό ένας ληστής στο Γολγοθά πιστεύει και σώζεται, ο άλλος αμφισβητεί και καταδικάζεται. Επίσης, αυτό μπορεί να εννοηθή ότι “πρόκειται ο Χριστός να πάθη και να πέσει στον θάνατο, αλλά και να αναστηθούν πολλοί με την δική του πτώση, και τον δικό του θάνατο” (Θεοφύλακτος).
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ «ΣΗΜΕΙΟΝ ΑΝΤΙΛΕΓΟΜΕΝΟΝ». Η λέξη «σημείον» μπορεί να εννοηθή με πολλούς τρόπους και πολλές έννοιες. Κατ' αρχάς σημείο είναι ή σάρκωση Του, η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού. Κατά την ενανθρώπηση έγιναν πολλά παράδοξα και παράξενα πράγματα. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, η Παρθένος μητέρα. Ακριβώς δε αυτό το σημείο αντιλέγεται και αμφισβητείται από πολλούς ανθρώπους.
“Άλλοι θεωρούν ότι ο Χριστός ως Θεός έχει προαιώνια ύπαρξη και άλλοι νομίζουν ότι έλαβε αρχή της υπάρξεως του από την παρθένο και άχραντη Μαρία” (Κύριλλος Αλεξ.). Ό Νικόδημος Αγιορείτης, λέγει, εξηγώντας τα προηγούμενα, ότι ο αιρετικός που βλέπει τα έργα του Χριστού, ο οποίος έχει διπλές ενέργειες, την θεία και την ανθρώπινη, και άλλοτε ως άνθρωπος πεινά, διψά, δέχεται το μαρτύριο, σταυρώνεται, πάσχει (τα λεγόμενα “αδιάβλητα πάθη”), και άλλοτε ως Θεός κάνει θαύματα, εκδιώκει δαίμονες, ανίσταται κλπ., αμφιταλαντεύεται αν ό Χριστός είναι Θεός ή άνθρωπος. Ομως ό Χριστιανός δεν έχει τέτοιες αμφιβολίες, γιατί γνωρίζει ότι καιτοι ό Χριστός είχε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, εν τούτοις είναι ένας κατά την υπόσταση (υποστατική ένωση των δύο φύσεων) και το πρόσωπο, και έτσι ό ένας και Αυτός Χριστός ενεργεί άλλοτε τα θεοπρεπή και άλλοτε τα άνθρωποπρεπή. Έπειτα, σημείο αντιλεγόμενο είναι και ο Σταυρός του Χριστού. Άλλοι δέχονται τον Σταυρό και την σταύρωση του Χριστού θεωρούντες αυτήν ως σωτηρία, ότι στον Σταυρό νίκησε τις αρχές και εξουσίες του σκότους, και άλλοι αρνούνται τον Σταυρό. Δεν μπορούν να αντιληφθούν πώς ό Χριστός σταυρώθηκε. “ό Σταυρός είναι για τους Ιουδαίους σκάνδαλο, για τους Έλληνες μωρία. Για μας όμως τους πιστούς ό Σταυρός είναι «Θεού δύναμις και θεού σοφία» (Α' Κορ. α', 23-24). Η δεύτερη προφητεία του αγίου Συμεών, πού αναφερόταν στην Παναγία, είναι η εξής: «και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία, όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ. β', 35). Προφανώς ή προφητεία αυτή αναφέρεται στον πόνο και την θλίψη της Θεοτόκου πάνω στον Σταυρό, όταν θα έβλεπε τον Υιό της, που είναι ταυτόχρονα Υιός του Θεού, να πάσχει και να υποφέρει. Η Παναγία δεν υπέφερε ούτε πόνεσε κατά την γέννηση του Χριστού, ακριβώς γιατί τον συνέλαβε ασπόρως και τον γέννησε αφθόρως (ανήδονος σύλληψη – ανώδυνος γέννεση). Θα πόνεσει, όμως, πολύ κατά τον καιρό της εξόδου. Ακριβώς αυτή η ρομφαία, που θα διαπεράσει την ψυχή της Θεοτόκου κατά τον σταυρικό θάνατο του Χριστού, θα αποκάλυψει τους διαλογισμούς πολλών ανθρώπων, που βρίσκονταν κρυμμένοι στην καρδιά τους.
Αυτοί αμφιβάλλουν αν είναι γνήσια και αληθινή μητέρα. Αλλά από τον πόνο που αισθάνθηκε καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για την φυσική του μητέρα. Έτσι ο πόνος της Παναγίας στον Σταυρό έδειξε ότι αυτή είναι η πραγματική μητέρα, ότι από αυτήν ο Κύριος παρέλαβε την σάρκα. Γιατί, αφού η Παναγία είναι πραγματική μητέρα, σημαίνει ότι και ο Χριστός έχει πραγματικό σώμα και δεν είναι άνθρωπος κατά φαντασία. Ό Μ. Αθανάσιος λέγει ότι η φράση «όπως αν αποκαλυφθώσιν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» σημαίνει ότι ό Σταυρός και το Πάθος του Χριστού, θα αποκάλυψει όλες τις εσωτερικές διαθέσεις των ανθρώπων, αφού ο Πέτρος από θερμός και ζηλωτής, θα τον αρνηθή, οι Μαθητές θα τον εγκαταλείψουν, ο Πιλάτος θα μεταμεληθεί νίβοντας τα χέρια, η γυναίκα του θα πιστεύσει με το νυκτερινό όνειρο, ο εκ των σταυρωτών, εκατόνταρχος θα ομολογήσει, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, δύο εκ των Φαρισαίων, θα φροντίσουν το νεκρό Του σώμα, ο Ιούδας θα αυτοκτονήσει, οι Ιουδαίοι θα δώσουν αργύρια στους φρουρούς για να αποκρύψουν την Ανάσταση.
 Συμπερασματικά, ο Χριστός θα είναι «εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών» και στην άλλη ζωή, αφού όλοι θα δουν τον Χριστό, αλλά για άλλους θα είναι Παράδεισος και για άλλους Κόλαση.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΦΩΣ: Με δυο ονόματα ονόμασε ο Συμεών τον Κύριο: Σ ω τ η ρ ί α, που ετοίμασε ο Θεός για κάθε άνθρωπο και Φ ω ς, που φωτίζει όλα τα έθνη. Ότι ο Χριστός είναι αληθινά ο Σωτήρας μας, μαρτυρεί και το όνομα Ιησούς, το οποίο Άγγελος Κυρίου ανακοίνωσε στον Ιωσήφ: «Καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν, αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών». Και ότι ο Κύριος είναι το αληθινό Φως, το βεβαιώνει ο Ίδιος λέγοντας: «Εγώ ειμί το Φώς του κόσμου. Εκείνος που με ακολουθεί δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το Φώς της ζωής». Πραγματικά, ό Χριστός είναι το φως του κόσμου, το πραγματικό, πού διώχνει το σκότος της άγνοιας του νου, αλλά είναι και η δόξα ολόκληρης της ανθρωπινής φύσεως. “Χωρίς το Χριστό ή ανθρώπινη φύση είναι άδοξη, ανείδεη, αόριστη και ανώνυμη. Με τον Χριστό αποκτά είδος και όρο.» (Νικόλαος Καβάσιλας). Tα λόγια του Ἁγίου Συμεών σημειώνουν το τέλος μιας μακρας περιόδου, χιλιάδων χρόνων κατὰ τη διάρκεια των οποίων οι άνθρωποι ζούσαν χωρὶς το Θεό.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ: Η αφιέρωση του πρωτοτόκου ήταν στην ουσία η προτύπωση μιας αιματηρὴς θυσίας η οποία αναβαλλόταν αιωνίως μέχρι τη μέρα που οδηγήθηκε στο ναὸ ο Μονογενὴς Γιος του Θεού που είχε γίνει Γιος της Παρθένου, ο «υιὸς του ανθρώπου». Και για πρώτη φορὰ στην ανθρώπινη ἱστορία η αἱματηρὴ αὐτὴ θυσία έγινε δεκτὴ απὸ το Θεὸ παρὰ το γεγονὸς ότι το αντικατάστατο της θυσίας που είχε προσφερθεί, ο ίδιος δηλαδή ο Κύριος, αυτὴ τη μοναδικὴ φορὰ ο Θεὸς Πατέρας αποδέχτηκε και τον ίδιο το θάνατό Του: στο Γολγοθὰ πάνω σ’ ένα σταυρό! Η Υπαπαντή του Χρίστου δείχνει ότι ο Χριστός είναι η ζωή και το φως των ανθρώπων και ότι ό άνθρωπος πρέπει να αποβλέπει στην απόκτηση αυτού του φωτός και αυτής της ζωής. Η Εκκλησία ψάλλει παρακλητικά:
«Λάμπρυναν μου την ψυχήν και το φως το αισθητόν, όπως ίδω καθαρώς και κηρύξω σε Θεόν». Αλλά, για να δει κανείς τον Θεό πρέπει προηγουμένως να λαμπρυνθεί, να φωτισθεί ως προς την ψυχή και τις σωματικές αισθήσεις. Τότε η εορτή της Υπαπαντής του Χριστού γίνεται και εορτή της υπαπαντής του κάθε πιστού.

1. Παλαιότερα η Υπαπαντή θεωρείτο εορτή των μητέρων, σήμερα τα ξένα πρότυπα “μεταφέρα픨τον εορτασμό αυτό τον Μάιο.