Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Οι τρεις Ιεράρχες και η παρούσα ζωή

Οι μέγιστοι Οικουμενικοί Διδάσκαλοι Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, φωτισμένοι από το Πνεύμα του Θεού, έχουν αναφερθεί στα συγγράμματά τους με πολλούς τρόπους για το πώς έβλεπαν την παρούσα ζωή μας. Φιλοσοφούσαν επάνω στην πραγματικότητα της ζωής και κατέληγαν σε θαυμάσια συμπεράσματα και για τους τότε ακροατές τους και για τους σημερινούς αναγνώστες τους. Οι γνώμες τους ισχύουν αιώνια, διότι αγγίζουν κάθε άνθρωπο, σ’ όποια εποχή κι αν ζει.
Μερικές από τις απόψεις αυτές των μεγάλων Αγίων για την παρούσα ζωή μας παραθέτουμε στη συνέχεια, διότι τις θεωρούμε πολύ χρήσιμες, καθώς βρισκόμαστε στην αρχή ενός νέου χρόνου.
Ο Μέγας Βασίλειος λοιπόν γράφει ότι η ζωή μας μοιάζει με ένα ποτάμι που κυλάει συνεχώς και γεμίζει με αλλεπάλληλα κύματα.Το ένα μέρος των υδάτων έφυγε και χάθηκε ήδη, ,το άλλο προχωρεί τώρα, το άλλο μόλις αναβλύζει από τις πηγές του και το υπόλοιπο πρόκειται να αναβλύσει. Και όλοι τρέχουμε μαζί με το ποτάμι προς την κοινή θάλασσα του θανάτου.
«Ποταμός ο βίος ημών, ρέων ενδελεχώς και κύμασιν αλλεπαλλήλοις πληρούμενος.Το μεν γαρ του προέρρευσεν ήδη, το δε έτι πορεύεται· και το μεν άρτι προέκυψε των πηγών, το δε μέλλει· και προς την κοινήν άπαντες του θανάτου σπεύδομεν θάλατταν» (ΕΠΕ 7, 196).
Ο άγιος Γρηγόριος, έχοντας υπόψη του την παρομοίωση της ζωής με ποτάμι που τρέχει ασταμάτητα, την οποία έκανε ο φίλος του Μ.Βασίλειος, έλεγε: ‘Όποιος εμπιστεύεται και στηρίζει τη ζωή του σε πράγματα που έρχονται και παρέρχονται και χάνονται εύκολα, στην ουσία δίνει εμπιστοσύνη σ’ ένα ποτάμι που δεν σταματάει ποτέ. «Όστις ἀπερχομένοισι καί έρχομένοισι πέποιθε, ρεύματι πιστεύει ού ποτε ἱσταμένῳ» (ΕΠΕ 9, 398).
Την ίδια έννοια τόνιζε και ο ιερός Χρυσόστομος, επαναλαμβάνοντας σε κάθε περίσταση ότι τα πράγματα και τα θέματα της παρούσης ζωής, και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα, «ποταμίων ρευμάτων δίκην παραρρέουσι»· σαν ρεύματα ποταμού περνούν σύντομα και χάνονται (ΕΠΕ 37, 368).
Το επισημαίνει αυτό και ο Φωστήρ της Καισαρείας άγιος Βασίλειος: «Τοιούτος ό βίος· ούτε τα τερπνά μόνιμα, ούτε τα λυπηρά διαρκή κεκτημἐνος». Τέτοια είναι η ζωή μας, ώστε δεν έχει μόνιμα και διαρκή ούτε τα χαρμόσυνα γεγονότα ούτε τα λυπητερά (ΕΠΕ 5, 28).
Είμαστε ένα άστατο όνειρο, έλεγε με το δικό του τρόπο και ο άγιος Γρηγόριος. “Ενα πέταγμα πουλιού που χάνεται στα ύψη. Ένα καράβι που διασχίζει το πέλαγος και σύντομα σβήνουν τα ίχνη του… σκόνη, αχνός, μια πρωινή δροσιά, ένα λουλούδι που δεν προλαβαίνει να ανθίσει και μαραίνεται… Τέτοια είναι η ζωή μας. «Τοιοῦτος ό βίος ἡμῶν, αδελφοί, όναρ ἐσμέν οὐχ ίστάμενον… πτῆσις όρνέου παρερχομένου, ναύς ἐπί θαλάσσης ίχνος οὐκ έχουσα, κόνις, ἀτμίς, ἑωθινή δρόσος, άνθος καιρῷ φυόμενον καί καιρῷ λυόμενον…» (ΕΠΕ 6, 412).
Και οι τρεις άγιοι Πατέρες όμως έβλεπαν αυτήν την πρόσκαιρη και άστατη ζωή ως στάδιο προετοιμασίας και καλού αγώνα για την κατάκτηση της ευτυχίας της αιώνιας Βασιλείας του Θεού.
Ο Μέγας Βασίλειος έλεγε ότι η ζωή αυτή είναι ο καιρός της μετανοίας, ενώ η μέλλουσα είναι ο καιρός της ανταποδόσεως. Τώρα είναι ο καιρός της ύπομονής των διαφόρων δυσκολιών και πειρασμών, τότε ο καιρός της άναπαύσεως και παρακλήσεως. «0ύτος ό αίών τῆς μετανοίας, ἐκεῖνος τής ἀνταποδόσεως· ούτος τῆς ύπομονῆς, ἐκεῖνος της παρακλήσεως» (ΕΠΕ 8, 166).
Την ίδια έννοια παρουσίαζε με τον τρόπο του και ο ιερός Χρυσόστομος, λέγοντας ότι η παρούσα ζωή είναι καιρός αγώνων, στην άλλη ζωή μας περιμένουν τα έπαθλα και τα στεφάνια. Μη συγχέεις τους καιρούς και θέλεις να ζεις άνετα και χωρίς κόπο πνευματικό στον καιρό που είναι εποχή παλαισμάτων και αγώνων. «Τα μέν ἐνταῦθα σκάμματα (=τόποι για γυμνάσματα), τα δέ μετά ταύτα ἔπαθλα καί στέφανα. Μή ζήτει τοίνυν ἐν καιρῷ τῶν παλαισμάτων καί ἐν ημέρα παγκρατἰου (=διπλῶν δυνατῶν ὰγωνισμάτων) τήν ἄνεσιν καί τήν ἄδειαν (=τήν εὺκολία), μηδέ σύγχεε τούς καιρούς» (ΕΠΕ 5, 326).
Να θεωρείς αυτή τη ζωή πανηγύρι, έλεγε ο άγιος Γρηγόριος. Αν την εκμεταλλευτείς σωστά, αν φερθείς σαν έξυπνος, φρόνιμος έμπορος, θα έχεις μεγάλο κέρδος. Διότι αντάλλαγμα των μικρών είναι τα μεγάλα και των ρεόντων και φευγαλέων, τα αιώνια. Με τα λίγα δηλαδή και παροδικά χρόνια της παρούσης ζωής μας μπορούμε, εάν τα ζήσουμε θεάρεστα, να κερδίσουμε την αιώνια Βασιλεία των Ουρανών. «Πανήγυριν νόμιζε τόνδε τόν βίον. ‘Ήν πραγματεύαη, κέρδος. Ἀντάλλαγμα γάρ μικρῶν τά μείζω, καί ρέοντ’ ἀίδίων» (ΕΠΕ 9, 416).

Απόσπασμα από το Περιοδικό “Η Δράση μας”, τεύχος Ιανουαρίου 2014

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Εἰς τὴν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου,
καὶ περὶ συντελείας,
καὶ εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Ἀντιχρίστου.

Εἰς τὴν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου, καὶ περὶ συντελείας, καὶ εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Ἀντιχρίστου.
Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου
Πῶς ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος καὶ ἁμαρτωλὸς Ἐφραίμ, καὶ πλήρης πλημμελημάτων, θέλω δυνηθῇ νὰ διηγηθῶ τὰ ὑπὲρ τὴν δύναμίν μου! Ἀλλ' ἐπειδὴ ὁ Σωτὴρ διὰ τῆς εὐσπλαγχνίας του, τοὺς ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξε, καὶ δι' αὐτῶν τοὺς πανταχοῦ πιστοὺς κατεφώτισε, θέλει ἐνδυναμώσει καὶ ἡμῶν τὴν γλῶσσαν πρὸς ὠφέλειαν καὶ οἰκοδομήν, καὶ ἐμοῦ τοῦ λέγοντος καὶ πάντων τῶν ἀκροατῶν. Θὰ λαλήσω δὲ μὲ ὀδύνας, καὶ θὰ εἴπω μὲ στεναγμούς, περὶ τῆς συντελείας τοῦ κόσμου τούτου, καὶ περὶ τοῦ ἀναιδέστατου καὶ φοβεροῦ Δράκοντος, ὅστις μέλλει νὰ ταράξη πᾶσαν τὴν ὑπὸ τὸν οὐρανόν κτίσιν, καὶ νὰ ἐμβάλῃ δειλίαν, καὶ ὁλιγωρίαν, καὶ δεινήν ἀπιστίαν εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, καὶ νὰ ποίηση τέρατα καὶ σημεῖα καὶ φόβητρα, ὥστε, ἐὰν δυνηθῇ, νὰ πλανήσῃ καὶ τοὺς ἐκλεκτούς, καὶ νὰ ἀπατήσῃ πάντας διὰ ψευδῶν σημείων, καὶ διὰ φαντασμῶν τεράτων, ὑπὸ αὐτοῦ γενομένων. Διότι κατὰ συγχώρησιν τοῦ ἁγίου Θεοῦ λαμβάνει ἐξουσίαν ν' ἀπατήσῃ τὸν κόσμον· διότι ἐπληθύνθη ἡ ἀσέβεια τοῦ κόσμου, καὶ πανταχοῦ διάφορα κακά πράττονται. Καὶ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ἠθέλησαν νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπό τοῦ Θεοῦ, καὶ ν' ἀγαπήσωσι τὸν Πονηρόν, διὰ τοῦτο ὁ ἄχραντος Δεσπότης συνεχώρησε.
Μέγας εἶναι ὁ ἀγών, ἀδελφοὶ, μάλιστα δὲ εἰς τοὺς πιστοὺς, κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους, ὅταν γίνωνται σημεῖα καὶ τέρατα ὑπ' αὐτοῦ τοῦ Δράκοντος ἐν πολλῇ ἐξουσία· ὅταν πάλιν δεικνύῃ ἑαυτόν ὡς Θεόν διὰ φοβερῶν φαντασμάτων, καὶ ἵπταται εἰς τὸν ἀέρα, καὶ πάντες οἱ δαίμονες σηκώνονται εἰς τὸν ἀέρα, ὡς ἄγγελοι, ἔμπροσθεν τοῦ τυράννου· διότι φωνάζει μετὰ δυνάμεως, ἀλλάσσων μορφάς· καὶ ἐκφοβίζων καθ' ὑπερβολήν ἅπαντας τοὺς ἀνθρώπους· τότε, ἀδελφοί, τίς θέλει εὑρεθῇ τετειχισμένος, καὶ μένων ἀσάλευτος, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ σημεῖον ἐν τῇ ψυχῇ του, δηλαδὴ τὴν ἁγίαν παρουσίαν τοῦ μονογενοὺς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν; ὅταν ἴδῃ τὴν ἀπερίγραπτον ἐκείνην θλίψιν, ἥτις γίνεται πανταχοῦ εἰς πᾶσαν ψυχήν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τελείως παραμυθίαν, οὔτε πάλιν ἄνεσιν ἐν γῇ καὶ θαλλάσσῃ· ὅταν ἴδῃ ὅτι συνταράσσεται ὁ σύμπας κόσμος, καὶ φεύγει ἕκαστος διὰ νὰ κρυβῇ εἰς τὰ ὄρη, καὶ ἄλλος μὲν ἀποθνήσκει τῆς πείνης· ἄλλος δὲ ἀναλύεται ὡς κηρὸς ἐν δεινῇ θλίψει, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν· ὅταν ἴδῃ ἅπαντα τὰ πρόσωπα δακρύοντα, καὶ μετὰ πόθου ἐρωτῶντας τοὺς ἀνθρώπους, μήπως ἀκούεται λόγος Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς; καὶ ἀκούει οὐδαμοῦ. Τὶς θέλει ὑποφέρει τὰς ἡμέρας ἐκείνας; Τὶς δὲ θὰ ὑπομείνῃ τὴν θλίψιν τὴν ἀφόρητον; ὅταν ἴδῃ σύγχυσιν τῶν λαῶν,  οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀπὸ τῶν περάτων τῆς γῆς εἰς τὴν θέαν τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἰδῆ ὅτι πολλοὶ προσκυνοῦσιν ἔμπροσθεν τοῦ τυράννου, καὶ κράζουσι μετὰ τρόμου, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Σωτὴρ ἡμῶν· ὅταν ἰδῇ ὅτι ἡ θάλασσα ταράσσεται, καὶ ἡ γῆ ξηραίνεται, οἱ οὐρανοί δὲν βρέχουσι, τὰ φυτὰ μαραίνονται· ἅπαντες δὲ οἱ ὄντες πρὸς ἀνατολάς, φεύγουσι πρὸς δυσμάς, ἐκ τῆς πολλῆς δειλίας καὶ πάλιν δὲ οἱ ὄντες πρὸς δυσμάς, φεύγουσι πρὸς ἀνατολάς μετὰ τρόμου, ὁ δὲ ἀναιδὴς εἰς πάντα τὰ πέρατα, ὥστε νὰ κηρύξῃ παρρησία, ὅτι βασιλεύς μέγας ἐφάνη μετὰ δόξης, ἔλθετε καὶ ἴδητε αὐτόν. Τὶς εἶναι ὁ ἔχων οὕτω ἀδαμαντίνην ψυχήν, ὥστε νὰ ὑποφέρῃ γενναίως ἅπαντα τὰ σκάνδαλα; Τὶς ἄρα ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὡς προεῖπον, ὥστε νὰ μακαρίσουσιν αὐτὸν πάντες οἱ ἄγγελοι;
Ἐγὼ φιλόχριστοι καὶ τέλειοι ἀδελφοί, ἐφοβήθην ἐξ αὐτῆς τῆς ἐνθυμίσεως τοῦ Δράκοντος, μελετῶν καθ' ἑαυτόν τὴν θλίψιν, ἥτις μέλλει νὰ γίνῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους· διότι αὐτὸς ὁ Δράκων εἶναι μιαρός, καὶ φοβερὸς εἰς τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα γίνεται πικρότερος εἰς τοὺς δυναμένους νὰ νικῶσι τὰ φαντάσματα αὐτοῦ. Διότι τότε θὰ εὑρεθῶσι πολλοί εὐάρεστοι εἰς τὸν Θεόν, δυνάμενοι νὰ σωθῶσιν εἰς τὰ ὄρη, καὶ εἰς τὰ βουνά, καὶ εἰς τοὺς ἐρήμους τόπους μετὰ πολλῶν δεήσεων καὶ ὑπερβολικῶν κλαυθμῶν. Διότι ὁ ἅγιος Θεός, θεωρῶν αὐτοὺς εἰς τοιοῦτον ἀπερίγραπτον κλαυθμόν, καὶ εἰλικρινὴ πίστιν, εὐσπλαγχνίζεται αὐτοὺς· ὡς φιλόστοργος πατήρ, καὶ διατηρεῖ αὐτοὺς ὅπου ἐκρύβησαν· διότι ὁ παμμίαρος δὲν παύει τοῦ νὰ ζητῇ τοὺς ἁγίους κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν, νομίζων, ὅτι θέλει βασιλεύσει τοῦ λοιποῦ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ πάντας ὑποτάσσει. Καὶ νομίζει ὁ ἄθλιος ὅτι θὰ ἀντισταθῇ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην τὴν φοβεράν, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος ἐκ τῶν οὐρανῶν, μὴ γινώσκων ὁ ἄθλιος τὴν ἀσθένειαν καὶ ὑπερηφάνειαν αὐτοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐξέπεσεν.
Ὅμως ταράσσει τὴν γῆν ἐκφοβίζει τὰ σύμπαντα διὰ ψευδῶν μαγικῶν σημείων. Κατὰ τὸν καιρόν δὲ ἐκεῖνον, ὅταν ἔλθῃ ὁ Δράκων, δὲ ὑπάρχει ἄνεσις ἐπὶ τῆς γῆς· ἀλλὰ θλίψις μεγάλη, ταραχή, καὶ σύγχυσις, θάνατοι, καὶ πεῖνα εἰς πάντα τὰ πέρατα· διότι αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν διὰ τοῦ θείου αὑτοῦ στόματος εἶπεν· ὅτι τοιαύτα δὲν ἔγειναν ἀπ' ἀρχῆς τῆς κτίσεως. · Ἡμεῖς δὲ οἱ ἁμαρτωλοί, πῶς θὰ παρομοιάσωμεν τὸ ὑπέρμετρον καὶ άνέκφραστον αὐτῆς, άφού τοιουτοτρόπως τὴν ώνόμασεν ὁ Θεός;
Ἄς συλλογισθεί δὲ ἕκαστος ἀκριβῶς τὰς ἁγίας λέξεις τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος πῶς διὰ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν θλίψιν τὴν μεγάλην, κολοβώνει τὰς ἡμέρας τῆς θλίψεως, καθ' ὁ εὐσπλάγχνος, συμβουλεύων ἡμᾶς καὶ λέγων: «Προσεύχεσθε διὰ νὰ μὴ γείνῃ ἡ φυγή ἡμῶν ἐν καιρῷ χειμώνος, μήτε ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου.»(Ματθ. 24,20) , (Μαρκ. 13,18) Καὶ πάλιν. «Ἀγρυπνεῖτε πάντοτε δεόμενοι συνεχῶς διὰ νὰ καταξιωθῆτε νὰ ἐκφύγητε τὴν θλίψιν καὶ νὰ σταθῆτε ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ καιρὸς εἶναι ἐγγύς» (Λουκ. 21,36). Ἄς δεηθῶμεν συνεχῶς μὲ δάκρυα καὶ προσευχάς νύκτα καὶ ἡμέραν· προκόπτοντες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ διὰ νὰ σωθῶσιν οἱ ἁμαρτωλοί. Έάν τις ἔχῃ δάκρυα καὶ κατάνυξιν, ἄς δεηθῇ εἰς τὸν Κύριον, διὰ νὰ ρυσθῶμεν ἀπό τὴν θλίψιν, ἡ ὁποία μέλλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν γήν διότι θὰ γείνωσι κατὰ τόπους λιμοί, σεισμοί, καὶ θάνατοι διάφοροι ἐπὶ τῆς γῆς. Γενναία θὰ ἦναι ἡ ψυχή, ἥτις θὰ δυνηθῇ νὰ κράτησῃ ἑαυτήν ἀπηλλαγμένην ἀπό τὰ σκάνδαλα ταῦτα. Διότι ἐὰν εὑρεθεῖ ἄνθρωπος νὰ άδιαφορῇ, εὔκολα πολιορκεῖται καὶ γίνεται αἰχμάλωτος τοῦ Δράκοντος τοῦ πονηροῦ καὶ δολίου, καὶ ὁ τοιοῦτος εὑρίσκεται ἀσυγχώρητος εἰς τὴν κρίσιν, διότι ἐπίστευσεν εἰς τὸν Τύραννον ἐκουσίως. Πολλῶν προσευχῶν καὶ δακρύων ἔχομεν ἀνάγκην ἀγαπητοί, διὰ νὰ εὑρεθῶμεν ἀκλόνητοι εἰς τοὺς πειρασμούς. Διότι πολλά εἶναι τὰ φαντάσματα, τὰ ὁποία γίνονται ἀπό τὸ θηρίον. Διότι ἐπειδὴ εἶναι Θεόμαχον θέλει ὅλοι ν' ἀπολεσθῶσι διότι τοιοῦτον τρόπον μεταχειρίζετα ὁ Τύραννος, ὥστε ὅλοι νὰ βαστάζωσι τὴν σφραγίδα τοῦ Θηρίου ὅταν θὰ ἔλθῃ ν' ἀπατήσῃ τὰ σύμπαντα.
Προσέχετε, ἀδελφοί μου, τὴν ὑπερβολήν τοῦ θηρίου διότι μεταχειρίζεται διάφορα τεχνάσματα πονηρίας. Ἄρχεται ἀπό τὴν γαστέρα ἵνα ὅταν τις στενοχωρηθῇ μὴ ἔχων φαγητά, ἀναγκασθῆ νὰ λάβῃ τὴν σφραγίδα ἐκείνου, ὄχι ὡς ἔτυχεν, εἰς πᾶν μέρος τοῦ σώματος, ἀλλ' εἰς τὴν δεξιάν χείρα καὶ εἰς τὸ μέτωπον, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ ἐξουσίαν ὁ ἄνθρωπος νὰ κάμῃ μὲ αὐτήν τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, μήτε πάλιν εἰς τὸ μέτωπον νὰ σημειώσῃ τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Κυρίου. Διότι γνωρίζει ὁ ἄθλιος, ὅτι ὅταν ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου σφραγισθῇ ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου λύει πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ Ἐχθροῦ καὶ διὰ τοῦτο σφραγίζει τὴν δεξιάν τοῦ ἀνθρώπου.
Λοιπόν, ἀδελφοί μου, φρικτὸς εἶναι ὁ ἀγὼν εἰς ὅλους τοὺς φιλοχρίστους ἀνθρώπους, ἵνα μέχρις ὥρας τοῦ θανάτου μὴ δειλιάσωσι, μηδὲ ἀμελήσωσιν, ὅταν χαράσσῃ ὁ Δράκων τὴν σφραγῖδά του, ἀντὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Διότι πάντα τρόπον μεταχειρίζεται, ἵνα οὐδόλως ὀνομάζηται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος εἰς τὸν καιρόν τοῦτον. Τοῦτον δὲ κάμνει φοβούμενος καὶ τρέμων τὴν ἁγίαν δύναμιν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν. Διότι ἐὰν τις δέν σφραγίζηται μὲ τὴν σφραγῖδα ἐκείνου, δὲν γίνεται αἰχμάλωτος εἰς τὰ φαντάσματα ἐκείνου, οὔτε ὁ Κύριος ἀπομακρύνετα ἀπ' αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸν φοβίζει καὶ τὸν σύρει, πρὸς ἑαυτόν. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ἀδελφοί, μετὰ πάσης ἀκριβείας, ὅτι τὰ φαντάσματα τοῦ ἐχθροῦ εἶναι ἀποτρόπαια. Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν ἔρχεται μὲ γαλήνην διὰ ν' ἀποκρούση δι' ἡμᾶς τὰ τεχνάσματα τοῦ Θηρίου. Τὴν στερεὰν πίστιν τοῦ Χριστοῦ εἰλικρινώς βαστάζοντες, θὰ κάμωμεν τὴν δύναμιν τοῦ τυράννου εὐκλόνιστον. Ἄς ἀποκτήσωμεν λογισμόν ἀμετάθετον καὶ σταθερότητα, καὶ τότε ἀπομακρύνεται ἀφ' ἡμῶν ὁ ἀσθενής ἐχθρός, μὴ ἔχων τὶ νὰ κάμῃ. Ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀδελφοί φιλόχριστοι, ἄς μὴ γινώμεθα μαλθακοί, ἀλλὰ μᾶλλον δυνατοὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, διότι ἀπαραίτητος ἀγὼν εἶναι ἐπὶ θύρας· ἄς ἀναλάβωμεν λοιπόν τὸν θυρεόν τῆς πίστεως. Ἕτοιμοι λοιπόν γίνεσθε καθώς πιστοὶ οἰκέται, μὴ δεχόμενοι ἄλλον· ἐπειδὴ ὁ κλέπτης, καὶ ἀλάστωρ, καὶ ἄσπλαγχνος μέλλει νὰ ἔλθῃ πρῶτος εἰς ὡρισμένους καιρούς, θέλων νὰ κλέψῃ, νὰ θύσῃ, καὶ νὰ ἀπολέσῃ τὴν ἐκλεκτὴν ποίμνην τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένος Χριστοῦ, καὶ ἐπὶ τούτω ἀναλαμβάνει σχῆμα τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένος.
Ἄς μάθωμεν, ὦ φίλοι, μὲ ποῖον σχῆμα ἔρχεται εἰς τὴν γῆν ὁ ἀναίσχυντος ὄφις. Ἐπειδὴ ὁ Σωτήρ, θέλων νὰ σώσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος, ἐτέχθη ἐκ Παρθένου, καὶ ἐν σχήματι ἀνθρώπου ἐπάτησε τὸν ἐχθρόν μὲ τὴν ἁγίαν δύναμιν τῆς Θεότητος Αὐτοῦ, ἠθέλησε καὶ οὗτος ν' ἀναλάβῃ τὸ σχῆμα τῆς αὐτοῦ παρουσίας διὰ νὰ μᾶς ἀπατήσῃ. Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν γῆν ἐν νεφέλαις φωτειναῖς ὡς ἀστραπὴ φοβερά, ὁ δὲ ἐχθρὸς δὲν θὰ ἔλθῃ τοιουτοτρόπως, διότι εἶναι ἀποστάτης. Γεννᾶται μὲν ἀκριβῶς ἐκ κόρης μιαρᾶς, ἀλλὰ δὲν σαρκοῦται τοιουτοτρόπως. Θά ἔλθῃ δὲ ὁ παμμίαρος ἐν σχήματι τοιούτω, ὡς κλέπτης, διὰ νὰ ἀπατήσῃ τὰ σύμπαντα. Θά ᾖναι ταπεινός, ἥσυχος, θὰ μισῇ τὴν ἀδικίαν, θὰ ἀποστρέφηται τὰ εἴδωλα, θὰ προτιμᾷ τὴν εὐσέβειαν, ἀγαθός, φιλόπτωχος, εὐηδὴς καθ' ὑπερβολήν, εὐκατάστατος, ἱλαρὸς εἰς ὅλους, θὰ τιμᾷ πολὺ τὸ γένος τῶν Ἰουδαίων, διότι αὐτοὶ προσμένουσι τὴν ἔλευσιν ἐκείνου.
Μεταξὺ δὲ πάντων τούτων, θὰ ἐκτελῇ σημεῖα καὶ τέρατα, φόβητρα μὲ πολλὴν ἐξουσίαν, θὰ προσπαθῇ δολίως νὰ ἀρέσῃ εἰς ὅλους, διὰ νὰ ἀγαπηθῇ ταχέως ἀπὸ πολλούς, δὲν θὰ λάβῃ δῶρα, δὲν θὰ λαλήσῃ μεθ' ἡμῶν, θὰ φαίνηται κατηφής, θὰ ἐξαπατᾷ τὸν κόσμον ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς εὐταξίας, ἕως οὗ βασιλεύσῃ. Ὅταν λοιπὸν ἴδωσι λαοὶ πολλοὶ καὶ δῆμοι τοιαύτας ἀρετὰς καὶ δυνάμεις, ἑννοῦνται ὅλοι συγχρόνως μὲ μίαν γνώμην, καὶ μὲ χαρὰν μεγάλην κηρύσσουσι αὐτὸν βασιλέαν, λέγοντες μεταξύ των. Μήπως ἆρα εὑρίσκεται ἄνθρωπος ἄλλος τόσον ἀγαθὸς καὶ δίκαιος; Ἀνορθοῦται δὲ εὐθέως ἡ βασιλεία ἐκείνου, καὶ θὰ παρατάξῃ μεθ' ἡμῶν τρεῖς βασιλεῖς μεγάλους. Ἔπειτα ὑψοῦται ἡ καρδία του καὶ θὰ ἐμέσῃ ὁ Δράκων τὴν πικρότητά του. Ταράσσων δὲ τὴν οἰκουμένην κινεῖ τὰ πέρατα, θλίβει τὰ σύμπαντα, καὶ μιαίνει τὰς ψυχάς. Ὄχι πλέον ὡς εὐλαβής, ἀλλὰ πολὺ αὐστηρὸς εἰς ὅλα· Ἀπότομος, ὀργίλος, θυμώδης, ἀκατάστατος, φοβερός, ἀηδής, καὶ προσπαθῶν νὰ έμβάλῃ εἰς τὸν βόθρον τῆς ἀσεβείας ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος. Πληνθύνει σημεῖα ψευδῶς, καὶ ὄχι ἀληθῶς· καὶ ἐνῷ παρίσταται, πολὺς λαὸς καὶ εὐφημεῖ αὐτόν, βάλλει φωνήν ἰσχυράν, ὥστε νὰ σαλευθῇ ὁ τόπος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἴστανται οἱ ὄχλοι, λέγων. Γνωρίσατε ὅλοι οἱ λαοὶ τὴν δύναμίν μου καὶ τὴν ἐξουσίαν· μεταθέτει ὄρη, καὶ ἀνάγει νήσους ἀπό τὴν θάλασσαν μὲ πλάνην καὶ φαντασίαν καὶ ἐνῷ πλανᾷ τὸν κόσμον καὶ φαντάζει τὰ σύμπαντα, πολλοὶ θὰ δοξάζωσι καὶ θὰ πιστεύωσιν αὐτὸν θεὸν ἱσχυρόν.
Τότε θὰ θρηνῇ δεινῶς καὶ θὰ στενάζῃ πᾶσα ψυχή· τότε ὅλοι θὰ ὑποφέρωσι θλῆψιν ἀπαραμύθητον, ἡ ὁποία θὰ κατέχῃ αὐτοὺς νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ δὲν θὰ εὑρίσκωσιν οὐδαμοῦ παρηγορίαν. Τότε θὰ ἀποθνήσκωσι τὰ νήπια εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, καὶ πάλιν ἡ μήτηρ θὰ ἀποθνήσκῃ ἐπάνω εἰς τὸ παιδίον· καὶ ὁ πατὴρ μετὰ τῆς γυναικὸς καὶ τῶν τέκνων τοῦ θ' ἀποθνήσκῃ εἰς τὰ αγοράς, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τις νὰ θάψῃ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς βάλῃ εἰς μνῆμα. Ἀπό τὰ πολλὰ δὲ θνησιμαῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ρίπτονται εἰς τὰς πλατείας, θὰ ὑπάρχῃ παντοῦ δυσωδία, ἡ ὁποία θὰ στενοχωρῇ πολὺ τοὺς ζῶντας. Τὸ πρωῒ ὅλοι θὰ λέγωσι μετ' ὀδύνης καὶ στεναγμῶν πότε θὰ γίνῃ ἑσπέρα νὰ ἀναπαυθῶμεν ὀλίγον; ὅταν δὲ θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡ ἑσπέρα θὰ λέγωμεν μὲ πικρότατα δάκρυα, πότε ἆρα θὰ φώτισῃ διὰ ν' ἀποφύγωμεν τὴ θλίψιν, ἡ ὁποία μᾶς κυριεύει; Καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τόπος νὰ φύγῃ τις καὶ νὰ κρυβῇ, διότι τὰ πάντα θὰ ταραχθῶσι καὶ ἡ θάλασσα καὶ ἡ ξηρά.
Διὰ τοῦτο εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ Κύριος: Γρηγορεῖτε δεόμενοι ἀδιαλείπτως νὰ διαφύγητε τὴν θλῖψιν· θὰ ἦναι δυσωδίᾳ ἐν θαλάσσῃ, δυσωδίᾳ ἐπὶ τῆς γῆς, λιμοί, σεισμοί, ἐν θαλάσσῃ σύγχυσις, ἐπὶ τῆς γῆς σύγχυσις, ἐν θαλάσσης φόβητρα, φόβητρα ἐπὶ τῆς γῆς. Χρυσὸς πολύς καὶ ἄργυρος, καὶ μεταξωτά ἱμάτια, ἀλλὰ δέν θέλουσιν ὠφελήσει εἰς τὴν θλίψιν ἐκείνην, καὶ πάντες οἱ ἄνθρωποι μακαρίζουσι τοὺς ὅσοι ἀπέθανον πρίν ἔλθῃ ἡ μεγάλη θλῖψις ἐπὶ γῆς. Διότι ρίπτεται καὶ ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος εἰς τὰς πλατείας, καὶ οὐδείς ἐγγίζει αὐτά· ἐπειδὴ ὅλα εἶναι βδελυκτά. Πάντες σπουδάζουσι νὰ διαφύγωσι καὶ νὰ κρυβῶσιν, ἀλλ' οὐδαμοῦ εὑρίσκουσι τόπον διὰ νὰ κρυβῶσιν ἐκ τῆς θλίψεως. Πρὸς δὲ τούτοις μετὰ τοῦ λιμοῦ καὶ τῆς θλίψεως, καὶ τοῦ φόβου, εὑρίσκονται θηρία καὶ ἑρπετά δάκνοντα, ἔσωθεν φόβος καὶ ἔξωθεν τρόμος· καὶ ἐν νυκτὶ καὶ ἐν ἡμέρα θνησιμαῖα κεῖνται εἰς τὰς πλατείας. Εἰς πλατείας δυσωδία, εἰς τὰς οἰκίας δυσωδία, εἰς τὰς πλατείας πεῖνα καὶ δίψα, εἰς τὰς οἰκίας πεῖνα καὶ δίψα· εἰς τὰς πλατείας φωνὴ κλαυθμοῦ, εἰς τὰς πλατείας θόρυβος, εἰς τὰς οἰκίας θόρυβος· εἰς ἕκαστος μετὰ κλαυθμοῦ συναντᾷ τὸν ἕτερον· πατὴρ τὸ τέκνον καὶ υἱὸς τὸν πατέρα, μήτηρ τὴν θυγατέρα, φίλοι μετὰ φίλων ἐναγκαλισθέντες ἐκλείπουσι καὶ ἀδελφοί μετὰ ἀδελφῶν ἐναγκαλισθέντες ἀποθνήσκωσιν. Ἐμαράνθησαν καὶ τὰ κάλλη τοῦ προσώπου πάσης σαρκός. Γίνονται δὲ αἱ μορφαὶ τῶν ἀνθρώπων ὡς νεκροῦ. Γίνεται βδελυκτὸν καὶ μισητὸν τὸ κάλλος τῶν γυναικῶν. Θέλει μαρανθῇ πᾶσα σάρξ, καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι δὲ ὅσοι ἐπείσθησαν εἰς τὸ φοβερόν θηρίον, καὶ ἔλαβον τὴν σφραγῖδα ἐκείνου, τὸν δυσεβῆ χαρακτῆρα τοῦ μιαροῦ, προστρέχοντες πρὸς αὐτὸν θὰ λέγωσι μετ' ὀδύνης. Δὸς εἰς ἡμᾶς νὰ φάγωμεν καὶ νὰ πίωμεν, διότι πάντες ἀποθνήσκομεν τῆς πείνης, καὶ ἀποδίωξον ἀφ' ἡμῶν πάντα τὰ ἰοβόλα θηρία. Καὶ μὴ ἔχων ὁ ἄθλιος ἀποκρίνεται πολὺ ἀποτόμως λέγων "πόθεν ἐγὼ θὰ δώσω εἰς ὑμᾶς νὰ φάγητε καὶ νὰ πίητε, ὦ ἄνθρωποι, ὁ οὐρανὸς δέν θέλει νὰ δώσῃ βροχήν εἰς τὴν γῆν· ἡ γῆ πάλιν δέν ἔδωκε διόλου θέρος ἤ γεννήματα. Ἀκούοντες δὲ ταῦτα οἱ λαοί, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι, μὴ ἔχοντες παντελῶς παραμυθίαν θλίψεως, ἀλλὰ θὰ γίνῃ εἰς τὴν θλίψιν αὐτῶν θλίψις ἀπερίγραπτος, διότι τόσον προθύμως ἐπίσπευσαν εἰς τὸν Τύραννον. Διότι ἐκεῖνος ὁ ἄθλιος δὲν δύναται οὐδὲ ἑαυτὸν νὰ βοηθήσῃ, καί πῶς θὰ ἐλεήσῃ αὐτούς;
Εἰς ἐκείνας τὰς ἡμέρας θὰ γίνῃ μεγάλη ἀνάγκη ἐκ τῆς πολλῆς στενοχώριας τοῦ Δράκοντος καὶ τοῦ φόβου, καὶ τοῦ σεισμοῦ, καὶ τοῦ ἤχου τῆς θαλάσσης, καὶ τοῦ λιμοῦ, καὶ τῆς δίψης, καὶ τῶν δηγμάτων τῶν θηρίων. Πάντες δὲ οἱ λαβόντες τὴν σφραγῖδα τοῦ Ἀντίχριστου, καὶ προσκύνησαντες αὐτόν, ὡς τὸν ἀγαθὸν Θεόν, δέν θέλουσιν ἔχει μερίδα εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ μετὰ τοῦ Δράκοντος θὰ βληθῶσιν εἰς τὴν γέενναν. Μακάριος ὁ εὑρεθείς πανάγιος καὶ πάμπιστος, καὶ ἔχων δεδομένην τὴν καρδίαν αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεὸν ἀδιστάκτως· διότι ἀφόβως θὰ ἀποκρούσῃ τὰς ἐρωτήσεις τοῦ πονηροῦ, καταφρονῶν καὶ τὰς βασάνους, καὶ τὰς φαντασίας αὐτοῦ. Πρὶν δὲ ταῦτα γίνωσι, θ' ἀποστείλῃ ὁ Κύριος, Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην καὶ τὸν Ἐνώχ, ὡς εὔσπλαχνος, διὰ νὰ παρακινήσωσιν εἰς τὴν εὐσέβειαν τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, κηρύξωσι παρρησίᾳ τὴν θεογνωσίαν εἰς πάντας τοὺς ἀνθρώπους, διὰ νὰ μὴ πιστεύσωσιν εἰς τὸν Τύραννον ἕνεκα φόβου, καὶ θέλουσι κράζει καὶ λέγει "Πλάνος εἶναι, ὦ ἄνθρωποι, ἄς μὴ πιστεύσῃ κανεὶς εἰς αὐτὸν παντελῶς, μηδὲ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὸν θεόμαχον" ἄς μὴ φοβηθῇ κανείς ἐξ ὑμῶν, διότι ταχέως θὰ ἀφανισθῇ· Ἰδοὺ ἔρχεται ἐξ οὐρανοῦ ὁ Κύριος διὰ νὰ κρίνῃ πάντας, ὅσοι ἐπίσθησαν εἰς τὰ σημεῖα αὐτοῦ, ἀλλ' ὀλίγοι εἶναι τότε οἱ θέλοντες νὰ ὑπακούσωσι, καὶ νὰ πιστεύσωσιν εἰς τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν. Ταῦτα δὲ ποιεῖ ὁ Σωτήρ, ἵνα δείξῃ τὴν ἄφατον αὐτοῦ φιλανθρωπίαν· ὅτι οὐδὲ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον δέν ἀφίνει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἄνευ κηρύγματος, διὰ νὰ ὦσι πάντες ἀναπολόγητοι εἰς τὴν κρίσιν.
Πολλοὶ δὲ τῶν ἁγίων, ὅσοι τότε θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἔλευσιν τοῦ μιαροῦ, χύνουσιν ποταμηδὸν τὰ δάκρυα μετὰ στεναγμῶν πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ἅγιον, διὰ νὰ λυτρωθῶσιν ἀπό τὸν Δράκοντα, καὶ φεύγουσι μετὰ μεγάλης σπουδῆς εἰς τὰς ἐρὴμους, καὶ κρύπνονται εἰς τὰ ὄρη, καὶ τὰ σπήλαια μετὰ φόβου· καὶ πασπαλίζουσι χῶμα καὶ στάχτην εἰς τὰς κεφαλάς, παρακαλοῦντες νύκτα καὶ ἡμέραν μετὰ πολλῆς ταπεινώσεως. Καὶ ὁ ἅγιος Θεὸς θέλει χαρίσει τοῦτο εἰς αὐτοὺς· δηλαδὴ ὁδηγεῖ αὐτοὺς ἡ χάρις εἰς ὡρισμένους τόπους, καὶ σώζονται κρυπτόμενοι εἰς τὰς ὀπὰς καὶ τὰ σπήλαια, μὴ βλέποντες τὰ σημεῖα καὶ τὰ φόβητρα τοῦ ἀντίχριστου.
Διότι ἡ ἔλευσις τούτου γίνεται γνωστὴ εἰς τοὺς ἔχοντας τὸν νοῦν προσηλωμένον εἰς τὰ ἄνω, εἰς δὲ τοὺς ἔχοντας τὸν νοῦν εἰς βιωτικά πράγματα καὶ ποθοῦντας τὰ γήινα, δὲν θὰ γίνῃ φανερὸν τοῦτο. Διότι ὅστις εἶναι δεδεμένος πάντοτε εἰς βιωτικὰ πράγματα, καὶ ἄν ἀκούσῃ, ἀπιστεῖ, καὶ βδελύσεται τὸν λέγοντα. Οἱ δὲ ἅγιοι θέλουσιν ἐνδυναμωθῆ, διότι πάντοτε ἀπέρριψαν τὴν μέριμναν τοῦ βίου τούτου. Τότε πενθεῖ πᾶσα ἡ γῆ καὶ ἡ θάλασσα, καὶ ὁ ἀὴρ πενθεῖ, συγχρόνως δὲ καὶ τὰ ἄγρια ζῶα, μετὰ τῶν πτεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, πενθοῦσιν ὄρη, καὶ βουνά, καὶ τὰ δένδρα τῶν πεδιάδων, πενθοῦσι δὲ καὶ οἱ φωστῆρες τοῦ οὐρανοῦ διὰ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ὅτι πάντες ἐξέκλιναν ἀπό τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ ἐπίστευαν εἰς τὸν πλάνον, δεχθέντες τὸ σημεῖον τοῦ μιαροῦ καὶ θεομάχου, ἀντὶ τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος.
Πενθεῖ ἡ γῆ καὶ ἡ θάλασσα, διότι αἰφνιδίως κατέπαυσεν ἡ φωνὴ τῆς ψαλμωδίας καὶ τῆς προσευχῆς ἐκ στόματος ἀνθρώπου. Πενθοῦσι πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Χριστοῦ πένθος μέγα, διότι δὲν λειτουργεῖται ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ προσφορά.
Ὅταν λοιπὸν συμπληρωθῶσιν οἱ τρεῖς καιροὶ καὶ ἥμισυς τῆς ἐξουσίας καὶ πράξεως τοῦ μιαροῦ, καὶ ὅταν ἐκληρωθῶσι πάντα τὰ σκάνδαλα πάσης τῆς γῆς, θὰ ἔλθῃ ἐπὶ τέλους ὁ Κύριος, ὡς ἀστραπὴ ἀστράπτων ἐξ οὐρανοῦ, ὁ ἅγιος, καὶ ἄχραντος καὶ φοβερός, καὶ ἔνδοξος Θεὸς ἡμῶν μετὰ δόξης ἀκατανόητου, προτρεχόντων ἐνώπιον τῆς δόξης αὐτοῦ τῶν ταγμάτων τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πάντες φλόγες πυρός, καὶ ποταμὸς πλήρης πυρὸς μετὰ φοβέρας ἀνεμοζάλης. Τὰ χερουβείμ ἔχοντα τὸ ὄμμα κάτω, καὶ τὰ Σεραφείμ ἱπτάμενα καὶ κρύπτοντα τὰ πρόσωπα καὶ τοὺς πόδας εἰς τὰς πυρίνας πτέρυγας, θέλουσι κράξει μετὰ φρίκης. Ἐγείρεσθε, οἱ κοιμώμενοι· Ἰδού, ἦλθεν ὁ Νυμφίος. Ἀνοίγονται δὲ τὰ μνήματα, καὶ ὡς ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἐγείρονται πᾶσαι αἱ φυλαί, καὶ βλέπουσιν εἰς τὸ κάλλος τὸ ἅγιον τοῦ Νυμφίου, καὶ μύριαι μυριάδες, καὶ χίλιαι χιλιάδες ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, καὶ ἀναρίθμητοι στρατιαί, χαίρουσι χαρὰν μεγάλην, ἅγιοι δὲ καὶ δίκαιοι, καὶ πάντες οἱ μὴ λαβόντες τὴν σφραγῖδα τοῦ Δράκοντος καὶ ἀσεβοῦς ἀγάλλονται. Καὶ ἄγεται ὁ Τύραννος δεδεμένος ὑπὸ ἀγγέλων μετὰ πάντων τῶν δαιμόνων ἐνώπιον τοῦ βήματος, καὶ οἱ λαβόντες τὴν σφραγίδα αὑτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἀσεβεῖς καὶ ἁμαρτωλοὶ δεδεμένοι· καὶ δίδει ὁ βασιλεὺς τὴν κατ' αὐτῶν ἀπόφασιν τῆς καταδίκης εἰς τὸ πὺρ τὸ ἄσβεστον. Ἀμήν.
Λοιπόν ἀδελφοί μου πρέπει νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι διότι δὲν γνωρίζομεν τὴν ὥραν τοῦ θανάτου μας ἐπειδὴ ἔρχεται ξαφνικά καὶ μᾶς πέρνει.  Πρέπει νὰ ξεμολογόμαστε νὰ δίνωμαι ἐλεημοσύνη καὶ νὰ μεταλαμβάνωμαι.
ΤΕΛΟΣ
Ὑπό Εὐσεβίου Μοναχοῦ

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Η θεολογική συμβολή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στη ζωή της Εκκλησίας


Στις 25 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας θα εορτάσει την μνήμη ενός μεγάλου Πατέρα και οικουμενικού διδασκάλου Της, του Γρηγορίου του Θεολόγου. Ο μέγας αυτός Τριαδικός Θεολόγος και Ιεράρχης γεννήθηκε στην Αριανζό, ένα μικρό χωριό της Καππαδοκίας κοντά στη κωμόπολη Ναζιανζό, το 329 μ.Χ. Ήδη, από την παιδική του ηλικία φανέρωσε τα σπάνια χαρίσματά του. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την εύπορη οικονομική κατάσταση των γονέων του τον βοήθησε να σπουδάσει στα καλύτερα σχολεία και πανεπιστήμια της εποχής του και να αποκτήσει ευρύτατη κλασική και θεολογική μόρφωση.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του ο Αγ. Γρηγόριος επέστρεψε στην πατρίδα του, βαπτίστηκε Χριστιανός, και στη συνέχεια μετέβη στο ασκητήριο του φίλου και συμμαθητού του, Μεγάλου Βασιλείου, στον Πόντο για περισσότερη άσκηση στη πνευματική ζωή. Μετά όμως από τις θερμές παρακλήσεις της οικογενείας του, γυρίζει πίσω και κατατάσσεται στις τάξεις του ιερού κλήρου. Στα τέλη του 361, αν και χειροτονείται πρεσβύτερος, ξαναφεύγει πάλι στην έρημο, προκειμένου να προσευχηθεί και να δυναμώσει πνευματικά, για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις και στο δύσκολο έργο του κληρικού.
Όταν πλέον επιστρέφει, ώριμος πια, υπηρετεί το λαό ως ιερέας και από το 372 ως επίσκοπος της άσημης κωμόπολης των Σασίμων, βοηθώντας τους φτωχούς, τους αρρώστους και τους εμπερίστατους συνανθρώπους του. Μετά το θάνατο του πατέρα του, το 374, επωμίστηκε πρόσκαιρα την ευθύνη όλης της επισκοπής. Όταν όμως διαπίστωσε ότι οι συμπατριώτες του δεν φρόντιζαν να εκλεγεί νέος επίσκοπος, έφυγε για την Σελεύκεια, όπου εγκαταστάθηκε για τέσσερα χρόνια στο ναό της Αγ. Θέκλας, πραγματοποιώντας το όνειρό του για μοναστική ζωή, νηπτικό βίο, ησυχία και θεωρία.
Στα τέλη του 378 υπέκυψε στις παρακλήσεις των Ορθοδόξων και μετέβη στην Κωνσταντινούπολη στο ναΐσκο της Αναστάσεως (η αγίας Ανα¬στασίας), όπου εκφώνησε τους περίφημους πέντε Θεολογικούς Λόγους για τη Θεότητα του «Υιού και Λόγου του Θεού», συμβάλλοντας καθοριστικά στη στήριξη των Ορθοδόξων και στην Ομολογία της Ορθοδοξίας, σε μία περίοδο όπου ο αρειανισμός κυριαρχούσε απόλυτα, παρά την καταδίκη του από την Α . Οικουμενική Σύνοδο. Οι οπαδοί του Αρείου, αν και προσπάθη-
σαν ανεπιτυχώς να τον δολοφονήσουν, εντούτοις πέτυχαν να τον παραγ¬κω¬νίσουν προσωρινά. Όλα αυτά όμως μέχρι το 380, οπότε και στέφθηκε αυτοκράτορας ο Μέγας Θεοδόσιος, κατοχυρώνοντας και με διάταγμα την Ορ¬θοδοξία. Τότε αναδείχτηκε ο Αγ. Γρηγόριος, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταν¬τι¬νου¬πόλεως και Πρόεδρος της Β  Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Από τη θέση αυτή, το 381, μαζί με άλλους επισκόπους της εκκλησίας στερέωσε την πίστη και την Ορθοδοξία, συμπληρώ¬νον¬τας το Σύμβολο της Πίστεως με τα τελευταία πέντε άρθρα Πίστεως και διατρανώνοντας με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Όμως, η κακία και ο φθόνος δεν άφησαν για πολύ καιρό τον Αγ. Γρηγόριο στον πατριαρχικό θρόνο. Μερικοί επίσκοποι αμφισβήτησαν την κανονικότητα της εκλογής του, ως επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, με την πρόφαση ότι είχε μετατεθεί από τα Σάσιμα.
Πράγματι, ο 15ος κανόνας της Νίκαιας απαγόρευε τη μετάθεση, όμως ο Αγ. Γρηγόριος ουδέποτε διαποίμανε ως επίσκοπος τα Σάσιμα, οπότε δεν επρόκειτο περί μεταθέσεως. Για να εξασφαλίσει όμως την ειρήνη και την ενότητα της Εκκλησίας παραιτήθηκε από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο και την προεδρία της Β Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εκφωνώντας τον συγκλονιστικό «Συντακτήριο Λόγο ενώπιόν των επισκόπων». Στη συνέχεια, επέστρεψε στην πατρίδα του, τη Ναζιανζό, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή του με προσευχή, διάβασμα και συγγραφή βιβλίων.
Η θεολογία του Αγ. Γρηγορίου δεν ήταν θεωρητική και ορθο¬λο-γιστική, αλλά καθαρά εμπειρική και βιωματική. Θα προσπα¬θη¬σουμε στη συνέχεια να σκιαγραφήσουμε, όσο πιο συνοπτικά μπορούμε, την τεράστια θεολογική συμβολή του Αγ. Γρηγορίου στη διαμόρφωση της εκκλησιαστικής γραμ¬ματείας μέσα από την αντιμετώπιση των θεολογικών προβλημάτων της εποχής του.
Όπως γνωρίζουμε, η Εκκλησία από το 350 και μετά συγκλο-νίζονταν από το δογματικό πρόβλημα της σχέσεως των Προσώπων της Αγίας Τριάδος. Ήδη όμως, από το 364, ο Μέγας Βασίλειος είχε θεμελιώσει θεολογικά τη διάκριση των τριών Θείων Υποστάσεων και την ενότητα της φύσεώς τους. Επειδή όμως θε¬ο¬λόγησε με αφορμή τις κατά της θεότητας του Υι¬ου απόψεις του Ευνομίου, η Τριαδολογία του έχει ως κέντρο τον Υιό. Ο Αγ. Γρηγόριος συνέχισε και διασαφήνισε οριστικά την διάκριση των υποστατικών ιδιωμάτων των θείων Προσώπων για να φτάσει στην ομοουσιότητα Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Έτσι εξέφρασε πρώτος μεταξύ των θεολόγων της Εκκλησίας, ήδη πριν το 372, την αλήθεια ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός.
Ο Αγ. Γρηγόριος θεολόγησε πρώτος και για τη σχέση του Αγίου Πνεύματος εντός της Αγίας Τριάδος, εξηγώντας τον όρο «εκπόρευσις». Επι¬πλέον επεσήμανε ότι ο τρόπος υπάρξεως του κάθε Προσώπου της Α¬γι¬ας Τριάδας είναι μοναδικός για κάθε Πρόσωπο. Κάθε προσβολή της μονα¬δι¬κότητος της υπάρξεως των θείων Προσώπων οδηγεί στη σύγχυση και στην αναίρεση της Αγίας Τριάδος. Ο Πατήρ υπάρχει ως αγέννητος και είναι γεννήτορας του Υιού και προβολέας – εκπορευτής του Αγίου Πνεύματος. Ο Υιός υπάρχει ως Γεννητός εκ του Πατρός και το Άγιο Πνεύμα ως εκπορευ¬όμενον από τον Πατέρα. Η εκπόρευση του Πνεύματος ανήκει πάντα στον Πατέρα και ουδέποτε συνδέεται με τον Υιό.
Γνωρίζουμε ότι ο Μέγας Βασίλειος μίλησε για τις ιδιότητες, για το «ίδιον» των υποστάσεων. Ο Αγ. Γρηγόριος ορίζει το «ίδιον» ως σχέση μεταξύ των προσώπων. Το «ίδιον», είναι κάθε Θείου Προ¬σώπου, αποτελεί σχέση  στην θεότητα. Έτσι τα ιδιαίτερα ονόματα των Προσώπων, δηλαδή Πατήρ – Υιός – Άγιο Πνεύμα δηλώνουν την μεταξύ τους σχέση και το ομοούσιον (στην ίδια ουσία) των Τριών Προσώπων. Και προχωρεί ακόμα περισσότερο, λέγοντας ότι τα Θεία Πρόσωπα δεν ταυτίζονται με τις Θείες Ενέργειες, διότι οι Θείες Ενέργειες είναι κοινές και στα Τρία Πρόσωπα.
Ο Αγ. Γρηγόριος δογμάτισε για την θεία και την ανθρώπινη φύση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού με ένα μοναδικό τρόπο και αναίρεσε τις πλάνες των απολιναριστών που χρησιμοποιούσαν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία για να κατανοήσουν την αποκεκα¬λυμ-μένη Αλήθεια. Όπως είναι γνωστό, ο Απολινάριος στην «Έκθεση πίστεως» προς τον Ιοβιανό, παραθέτοντας με επεξηγήσεις το Σύμβολο της Νικαίας παραλείπει τον όρο «ενανθρωπήσαντα» και χρησιμοποιεί τη φράση «μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη», για να τονίσει ότι ο Λόγος προσέλαβε μόνο σάρκα. Ο Απολινάριος εκκινούσε από την αριστοτελική αρχή ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν «δύο τέλεια» (Θεός Λόγος και άνθρωπος), δύο τέλεις φύσεις.
Η θέση αυτή, όπως διευκρίνισε ο Αγ. Γρηγόριος, αμφισβητούσε την ακεραιότητα της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού, κατέστρεφε την ενότητα του ανθρώπου και έκανε προβληματική τη σωτηρία του, εφόσον ο Λόγος δεν προσλάμβανε και τον νου. Ο Αγ. Γρηγόριος ανέπτυξε την αντιαπολιναριστική του θεολογία ξεκινώντας από την εμπειρική θεολογική Αλήθεια: «το απρόσληπτον, αθεράπευτον, ο δε ήνωται τω Θεώ τούτο και σώζεται», υποστηρίζοντας ότι για να σωθεί ο άνθρωπος θα πρέπει να προσληφθεί και η ψυχή και ο νους από τον Θεό Λόγο. Γι’ αυτό έχουμε δύο τέλειες και ολόκληρες φύσεις στον Χριστό, χάριν του Οποίου  επιτυγχάνεται η θέωση της ανθρωπίνης φύσεως, δηλαδή μέσω του Θεανθρώπου Χριστού.
Τη θεολογία ότι ο Θείος Λόγος προσέλαβε σάρκα και νου συγχρόνως, «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», ενισχύει ο Άγιος Γρηγόριος με την εξής παρατήρηση: «Στον νου εστιάζεται το κατ’ εικόνα του ανθρώπου και το κατ’ εικόνα» αμαυρώθηκε με το προπατορικό αμάρτημα.  Η αναστήλωση του «κατ’ εικόνα», την οποία ήρθε στη γη για να πραγματώσει ο Θεός Λόγος θα ήταν αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς την πρόσληψη του νου. Για το πως έγινε δυνατόν να ενωθεί η ανθρώπινη φύση με την Θεία χωρίς να αφομοιωθεί ως κατωτέρα δίνει μία χαρακτηριστική εικόνα: «όπως το φως των αστεριών στο φως του ήλιου και η λαμπάδα σε μια πυρκαγιά». Κατά τη διάρκεια της ημέρας και κατά την πυρκαγιά, τα αστέρια και η λαμπάδα δεν φαίνονται, αλλά υπάρχουν.
Την ενότητα των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος χρησιμοποιεί ο Αγ. Γρηγόριος για πρώτη φορά, ως πρότυπο της ενότητας των δύο φύσεων στον Χριστό, γιατί έβλεπε καθαρά και τον κίνδυνο να θεωρηθεί ότι απορροφάται η ανθρωπίνη φύση από την Θεία (μονοφυσιτισμός) και τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως από την Θεία ως επιφανειακή και επίπλαστη.
Η ανθρωπολογία του Αγ. Γρηγορίου έγκειται στη γενναία θεολογία του περί των δύο τελείων φύσεων του Χριστού και στην επιμονή του στην πρόσληψη ολόκληρου του ανθρώπου. Ο «μικρός» άνθρωπος, κράμμα δύο κόσμων, του υλικού και του πνευματικού είναι «μέγας» κατά το πνεύμα, αφού γίνεται «επόπτης της ορατής φύσεως», «μύστης των νοουμένων» και προορίζεται να θεωθεί, να ενωθεί πραγματικά με τον Θεό.
Ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος ήταν συγγραφέας μεγάλης δυνάμεως και απαράμιλλου λεκτικού κάλλους. Είχε βαθιά αίσθηση του αττικού λόγου και τα ποικίλα και πληθωρικά σχήματά του με τις εικόνες, τις λέξεις και τις γλωσσικές αποχρώσεις ανέδειξαν τα κείμενά του σε σαγηνευτικά αναγνώσματα των με¬τα¬γενεστέρων. Τα κείμενά του διακρίνονται σε Επιστολές, Λόγους και  Έπη.
Οι Επιστολές είναι περιστασιακές και πολύ προσωπικές. Λίγες έχουν θεολογικό ενδιαφέρον, ενώ σχεδόν όλες αποδεικνύουν την ρητορική του δεινότητα. Οι Λόγοι είναι το ύψιστο δημιούργημά του, τόσο γλωσσικά όσο και θεολογικά. Γράφτηκαν με σκοπό απολογητικό, προς εγκωμιασμό προσώπων και προς επίλυση θεολογικών προβλημάτων. Επίσης, συνέταξε τουλάχιστον 396 εκτενή και σύντομα ποιήματα σε προσωδιακά μέτρα, τα οποία διακρίνονται σε έπη θεολογικά και σε έπη ιστορικά.
Ο Αγ. Γρηγόριος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους της Εκκλησίας μας και εκείνος που διασάφησε και επεξήγησε την Θεολογία του Μ. Βασιλείου περί της Θεότητος και του ομοουσίου του Αγ. Πνεύματος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στο απολυτίκιό του αναφέρεται ως ο «τα βάθη του Πνεύματος εκζητήσας», μιας και η θεολογία του δεν ήταν ακαδημαϊκή και μόνο θεωρητική, αλλά πρωτίστως εμπειρική. Η Εκκλησία μας με βάση τα υψηλά θεολογικά του κηρύγματα και συγγράμματα τον τίμησε με τον τίτλο του Θεολόγου. Ας ελπίσουμε ότι το έργο του επιφανούς αυτού διδασκάλου και Θεολόγου της Εκκλησίας μας θα μας καθοδηγεί και θα μας ξεδιψά στο σημερινό άνυδρο και έρημο πνευματικά κόσμο μας.
Ιωάννης Χαραλάμπης   Οικονομολόγος
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Αρ. Τεύχους 137

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ


Ο Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω υπήρξε μια μεγάλη και υπέροχη ασκητική φυσιογνωμία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κατά πάντα εφάμιλλος και ισοστάσιος των μεγάλων και θεοφόρων Πατέρων «των εν ασκήσει λαμψάντων».
Ήταν μια χαρισματούχα και πολυτάλαντη προσωπικότητα. Εκπλήσσεται κανείς, πώς συνδυάζονται αρμονικότατα στο λαμπρό βίο του η προδρομική του ασκητικότητα με τον αποστολικό ζήλο και την κοινωνική δράση, ο αναχωρητισμός του ησυχαστή με την οργανωτικότητα και το διοικητικό χάρισμα του ηγέτη, οι μυστικές αναβάσεις του θεωρητικού με τους αιματηρούς αγώνες του πρακτικού, και τέλος η προσήλωση προς την «ακρίβεια» των κανόνων με τη φιλάνθρωπη συγκαταβατικότητα και την οικονομία.
Σπάνια βλέπει κανείς πρόσωπα με τόση ευρύτητα διάνοιας και καρδιάς!
Υπήρξε πράγματι μια ολύμπια μορφή!
Ο οσιακός βίος του καθώς και τα αναρίθμητα θαύματά του συνετέλεσαν ώστε να καταξιωθεί σαν άγιος στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας και να καταστεί παμμακεδονική μορφή της Ορθοδοξίας, καύχημα και προστάτης της Πιερίας και του Βελβεντού της Κοζάνης εκούσιος συνοικιστής, προστάτης και δάσκαλος.
Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε λίγο πριν από το 1.500 μ.Χ. στο χωριό Σκλάταινα της επαρχίας Φαναρίου του Νομού Καρδίτσας, σημερινή Δρακότρυπα.
Οι γονείς του ήταν φτωχοί. Το πρώτο του όνομα ήταν Δημήτριος και από νωρίς έδωσε δείγματα αφοσίωσης στο Χριστό και αγάπης στο μοναχισμό. Σε ηλικία περίπου 18 ετών και μετά το θάνατο των γονιών του, πηγαίνει στα Μετέωρα και κείρεται ρασοφόρος μοναχός με το όνομα Δανιήλ.
Αργότερα, ζητώντας ησυχαστικώτερο τόπο, πηγαίνει στο Άγιον Όρος και γίνεται μεγαλόσχημος και πρεσβύτερος (παπάς), με το όνομα ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ. Έμενε στη σκήτη της Μονής Καρακάλου, με αυστηρή άσκηση, προσευχή και νηστεία. Η ισάγγελη ζωή του τον επέβαλε σε όλους τους Πατέρες του Άθω, γι’ αυτό και αργότερα εκλέχτηκε Ηγούμενος της Μονής Φιλοθέου. Στη Μονή αυτή, η οποία τότε ήταν βουλγαρική, ο Άγιος συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις, γι’ αυτό και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Άγιον Όρος.

Μετά το Άγιον Όρος, γύρω στο 1524, ήρθε στην περιοχή της Βέροιας, στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, την οποία ανεκαίνισε και την κατέστησε, στα δύσκολα τότε χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου όλα «τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», φάρο πνευματικό για όλη την κεντρική Μακεδονία και για όλα τα παραποτάμια χωριά του Αλιάκμονα. Η επιρροή που άσκησε ο Άγιος Διονύσιος στο λαό της ευρύτερης αυτής περιοχής είναι αισθητή και στις μέρες μας.
Η παράδοση λ.χ. θέλει τους Βελβεντινούς να επισκέπτονται με τα ζώα το Μοναστήρι του Προδρόμου Βέροιας, να λειτουργούνται και να κοινωνούν σ’ αυτό. Αλλά και αργότερα όταν ο Άγιος θα πάει στον Όλυμπο, οι Βελβεντινοί θα τον ακολουθήσουν και θα επισκέπτονται με τα πόδια και με τα ζώα τους, το Μοναστήρι στον Όλυμπο, για να ζητήσουν τη βοήθεια του Αγίου.
Από το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου της Βέροιας, ο Άγιος γνωρίζεται με έναν άλλο μεγάλο Ασκητή, τον Άγιο Νικάνορα, που ασκήτευε στο Μοναστήρι της Ζάβορδας. Ανάμεσα στους δύο άνδρες υπήρχε μεγάλη εκτίμηση. Γράφει ο μακαριστός Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος Ψαριανός: «Ο Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, είπε κάποτε στους συνασκητάς του για τον πανάριστο μιμητή των Οσίων, που ασκήτευε στο Καλλίστρατον όρος. «Βλέπετε, αδελφοί, μέγαν θησαυρόν κρύπτει υποκάτω εκείνο το ευτελές τριβώνιον». Κάτω από το απλό και φτωχό ένδυμα του ταπεινού μοναχού κρυβόταν ένθεη ψυχή. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ό,τι φορεί, αλλά ό,τι έχει μέσα του, μέσα στην ψυχή του. Η αγάπη και η εκτίμηση των δύο Αγίων ήταν αμοιβαία. Όχι σαν αίσθημα «ψυχικό» και σαν ανθρώπινη φιλοφροσύνη, μα σαν αποκάλυψη Θεού μέσα στις καθαρμένες συνειδήσεις των. Γράφοντας τη διαθήκη του ο όσιος Νικάνωρ, εκεί που ομιλεί για τον ηγούμενο του μοναστηριού της Ζάβορδας, δίνει οδηγία και εντολή στους αδελφούς μοναχούς. Αν δεν βρεθή κατάλληλο πρόσωπο για ηγούμενος στα μοναστήρια των Μετεώρων, τότε «πηγαίνετε εις το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου του εν τη σκήτει της Βεροίας, εις το κτίριον του εμού αδελφού και συνασκητού κυρ Διονυσίου». (Ακολουθίαι του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Νικάνορος του θαυματουργού, Αθήναι 1970).
Από το μοναστήρι του Προδρόμου της Βέροιας, ο Άγιος Διονύσιος, αργότερα, έφυγε κρυφά, θέλοντας να αποφύγει την εκλογή του σαν Επισκόπου Βεροίας, όπως ζητούσε ο λαός, όταν χήρευσε η Επισκοπή αυτή.
Έτσι τον βλέπουμε να γίνεται «οικιστής του Ολύμπου», όπου οι σπάνιες ομορφιές του και τα δροσερά νερά του, φαίνεται τον ανέπαυσαν πλήρως.
Στην αρχή ασκήτευε μέσα σ’ ένα σπήλαιο, που σώζεται μέχρι σήμερα μ’ ένα μικρό παρεκκλήσιο.
Στο μεταξύ υφίσταται πολλές ταλαιπωρίες, διωγμούς, συκοφαντίες, όπως όλοι οι Άγιοι, εξαιτίας των οποίων αναγκάζεται να εγκαταλείψει προσωρινά τον Όλυμπο και να πάει στο Πήλιο, χτίζοντας εκεί τη Μονή της Αγίας Τριάδας.
Αργότερα όμως επιστρέφει στον Όλυμπο και χτίζει, γύρω στο 1524 το πρώτο Μοναστήρι, που σώζεται μέχρι σήμερα, προς τιμήν και πάλι της Αγίας Τριάδας.
Στον Όλυμπο ο Άγιος έζησε σαν επίγειος άγγελος και γρήγορα συγκέντρωσε γύρω του ένα πλήθος Μοναχών, που έκανε το Μοναστήρι του πραγματική Λαύρα. Ωστόσο ο ίδιος χρησιμοποιούσε ακόμα για προσευχή και ησυχία τα σπήλαια που υπήρχαν γύρω από το Μοναστήρι και που τα είχε μετατρέψει σε ναΐσκους. Εκεί έμεινε τον περισσότερο χρόνο, ζώντας μέσα στο γνόφο της νοεράς προσευχής. Πολλές φορές καθώς ερχόταν από αυτές τις σπηλιές στο Μοναστήρι τον έβλεπαν να λάμπει ολόκληρος, λουσμένος στο αναστάσιμο φως του μέλλοντα αιώνα,«μέσα στη παράφορη άνοιξη».
Ο Άγιος δεν παρέλειπε να περιέρχεται, σαν άλλος Πρόδρομος του Πατροκοσμά του Αιτωλού, τα γύρω χωριά, για να μιλήσει στους υπόδουλους, να εξομολογήσει, να στηρίξει, να αφυπνίσει τους Έλληνες. Είχε απέραντη αγάπη για το λαό. Αγκάλιαζε τους πάντες και τους βοηθούσε πνευματικά και υλικά. Όταν τον πλησίαζε κάποιος, είχε την αίσθηση ότι πλησιάζει τον ίδιο το Χριστό.
Όταν ο Άγιος έφτασε στο τέρμα του βίου του, σαν πρωταθλητής γενναίος, πήρε το στεφάνι από τα χέρια του Χριστού.
Άφησε τις τελευταίες του σοφές υποθήκες στα πνευματικά του παιδιά και φτερούγισε σαν ερωδιός στον ουρανό, μέσα στο χειμώνα, στις 23 Ιανουαρίου. Αυτήν την ημέρα τελείται και η σεπτή μνήμη του.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Άγιος Ευθύμιος ο Μέγας (20 Ιανουαρίου)



Ο άγιος Ευθύμιος (377-473) γεννήθηκε στη Μελιτηνή της Αρμενίας από γονείς που είχαν μεγάλη πίστη και θεάρεστη ζωή, τον Παύλο και τη Διονυσία. Καθότι η μητέρα του ήταν στείρα έλαβε το όνομα Ευθύμιος από τους γονείς του για τη χαρά και ευθυμία που ένιωσαν για τη γέννησή του.Σε ηλικία τριών χρόνων έχασε τον πατέρα του, αλλά η μητέρα του διατήρησε την ψυχική της δύναμη και προστάτευσε το παιδί της.

Ο επίσκοπος Ευτρώιος διέκρινε τα χαρίσματα του παιδιού και το προστάτευσε. Αφού σπούδασε ο Ευθύμιος, χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν ιερέας και μάλιστα κρίθηκε κατάλληλος να διευθύνει το μοναστήρι της Μελιτηνής. Έζησε ασκητικά κοντά στη Λαύρα της Φαράν, όπου γνωρίστηκε με τον όσιο Θεόκτιστο. Έζησαν και οι δυο τους στην έρημο. Κατά το πρότυπό της Λαύρας της Φαράν ιδρύθηκαν εκεί πολλά μοναστήρια με την επίβλεψή τους. Συμβούλευε τους μοναχούς να μην έχουν δικό τους θέλημα, να κρατούν στην κορυφή την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή, να περιμένουν και να μεριμνούν πάντοτε για την ώρα του θανάτου και τη φοβερή της κρίσεως ημέρα.

Τα πολλά χαρίσματα του αγίου Ευθυμίου τράβηξαν κοντά του πλήθος ανθρώπων. Αξιώθηκε από το Θεό να μη βλάπτεται από τα σαρκοβόρα και φαρμακερά θηρία που είχε δίπλα του. Επίσης, έθρεψε θαυματουργικά τετρακόσιους Αρμένιους που πέρασαν από το μοναστήρι του. Ακόμη, αξιώθηκε να απολαμβάνει την κοινωνία και μετάληψή του Αγίου Πνεύματος, να τον καταυγάζει θείο φως και να ‘χει το διορατικό χάρισμα.

Την εποχή που οι αιρετικοί αλώνιζαν παντού ο όσιος στήριξε λαϊκούς και μοναχούς στην ορθή πίστη. Ελάχιστοι έμειναν αμετακίνητοι στην Ορθοδοξία. Ανάμεσά τους και οι μοναχοί του αγίου, που έμειναν πιστοί και στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) και η στάση τους δικαιώθηκε. Ο άγιος Ευθύμιος με ιεραποστολική εργασία χριστιανικού φωτισμού μεταξύ των αραβικών πληθυσμών οδήγησε στη χριστιανική πίστη πολλούς από τους Σαρακηνούς (Άραβες) και καταπολέμησε τις αιρέσεις των Νεστοριανών, Μονοφυσιτών και Μανιχαίων. Η αυτοκράτειρα Ευδοκία, σύζυγος Θεοδοσίου του Β’, που έκλινε προς το μονοφυσιτισμό επανήλθε στους κόλπους της ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού πείστηκε από τον Ευθύμιο.

Η Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη του στις 20 Ιανουαρίου.

Απολυτίκιο
Ευφραίνου έρημος η ου τίκτουσα, ευθύμησον η ουκ ωδίνουσα. ότι επλήθυνέ σοι τέκνα, ανήρ επιθυμιών των του Πνεύματος, ευσεβεία φυτεύσας, εγκρατεία εκθρέψας, εις αρετών τελειότητα. Ταις αυτού ικεσίαις, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.

Πηγή: www.enoriaka.gr
Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016



Αγία Κυράννα  8 Ιανουαρίου

« Κυράννα παθών και βασάνων κυρία φανείσ’απήλθεν εις Κύριον κυρίων…» 

Βρισκόμαστε στην σκλαβωμένη Ελλάδα του 1751. Κάπου εκεί σ’ένα χωριουδάκι, μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, στη Βυσσώκα (σημερινή Όσσα), ζεί μια οικογένεια. Δεν έχει βιός. Ο πατέρας εργάζεται τη γή, η μάνα τον παραστέκει. Μια κόρη, αυτή μοναδικός της θησαυρός. Η θερμή πίστη, η ολόψυχη αφοσίωση στον Θεό είναι βαθιά ριζωμένες στην καρδιά των γωνέων. Τούτη την πίστη την ανυπόκριτη εμπνέουν στον τρυφερό τους βλαστό. Η Κυράννα, έτσι ονομάζουν την Κόρη, είναι πλέον στο άνθος της νειότης της. Η έκφραση της γεμάτη καλοσύνη. Η αγάπη της υπέραγνη στον Χριστό και τους γύρω της. Γνέθει, υφαίνει, πλέκει κι όλο ετοιμάζει τα προικιά της. Ώρα την ώρα περιμένει το μελλοντικό της σύντροφο. Θα τον φαντάζεται έναν ευγενικό νέο με ζέουσα πίστη, με αγνή κι ηρωική ψυχή, άξιο για την αρμονική ένωση των δύο ψυχών με θεμέλιον Εκείνον, που « άλλον ουδείς δύναται θείναι». 
Κάποιος μια ημέρα εμφανίζεται. Γνώριμη μορφή : ο σούμπασης, ο φοροεισπράκτορας του χωριού. Τι να ζητά άραγε; Το φόρο τον εισπράτει. Τι να ζητά; Την απορία την λύει ο ίδιος. « Ζητώ την θυγατέρα σου», λέγει της μάνας. Υπόσχεται στην κοπέλα πλούτη, δόξες, μεγαλεία.. 

Η απάντηση είναι σκληρή για το γενίτσαρο: Όχι. Έρχεται κατόπιν απειλητικός. Τρίζει τα δόντια του. Οι γονείς κλονίζονται. Να γίνει γαμπρός τους ένας αντίχρηστος! Αυτό ούτε να το φαντασθούν ποτέ. Οι απειλές εντείνονται.Υποχωρούν, παρακαλούν, καθικετεύουν την παρθένο να ενδώση, να δεχθή. Μάταιος κόπος. Η μεγάλη απόφαση έχει παρθή. 
«Χριστιανή γεννήθηκα, Χριστιανή θα αποθάνω». 

Ο αγαρηνός διψά για εκδίκηση. Ουρλιάζει σαν θεριό, θα ξεπλύνη την προσβολή. Τον καίει σατανικός έρωτας. Θα την κάνη δική του. Ποιος τον εμποδίζει άλλωστε; Τα πάντα βρίσκονται στη διάθεση του κατακτητού. Είναι αφέντης και αυτή σκλάβα. Την αρπάζει βίαια και την οδηγεί στην Θεσσαλονίκη. Της υπόσχεται μεγαλεία και δόξες, της υπόσχεται πολλά, μια παίρνει πάντα την ίδια απάντηση: Όχι. 

Την φέρνει μπρός στον Κριτή. Λέει πως τάχα τον θέλει άνδρα της, ακόμα πως και την πίστη της αρνιέται… 

Η κόρη στέκει ατάραχη. Η όψη της δεν χάνει τίποτε από τη φαιδρότητα της, ενώ οι λέξεις αργά και σταθερά βγαίνουν από τα χείλη της: Εγώ είμαι Χριστιανή. Έχω νυμφίο τον Χριστό, τον Κύριο μου, στον οποίο προσφέρω σαν προίκα την αγνότητα μου. Αυτόν πόθησα και ποθώ από τα παιδικά μου χρόνια. Είμαι έτοιμη για την αγάπη Του να χύσσω το αίμα μου, για ν’ αξιωθώ να τον απολαύσω. Ακούσατε την απόκριση μου και μην περιμένετε πλέον από εμένα άλλο λόγο. 

Αυτές ήταν οι ύστατες λέξεις που πρόφεραν τα χείλη της Αγίας. Έγειρε κατόπιν την κεφαλήν της αισχυνόμενη να βλέπη και τα πρόσωπα ακόμη των απίστων. 

Αντικρύζει κατάματα τη θυσία. ΕΚΕΙΝΟΣ στον οποίο πιστεύει πρώτος ανέβηκε το Γολγοθά, κι ύστερα εκατομμύρια μάρτυρες Του σήκωσαν το Σταυρό του Μαρτυρίου. Αυτή πιστή του Ναζωραίου, δεν θα διστάση να Τον ακολουθήση. 

Τα βαριά σίδερα της φυλακής σημαίνουν τα δικό της Γολγοθά. 

Ο γενίτσαρος κοχλάζει από το πάθος του. Πρέπει να εκδικηθεί. Βρίσκει κάποιον που μπορεί να τον βοηθήσει σε αυτό. Είναι ο Αλή μπέης. Έχει θέση σημαίνουσα. Προστάζει λοιπόν το δεσμοφύλακα της φυλακής να μπαίνουν ελεύθερα ο αγαρηνός με την συντροφιά του. Οι βασανιστές συχνά – πυκνά κάνουν την εμφάνιση τους στο δεσμωτήριο. Παριστάνουν πότε τον κόλακα και πότε εκδηλώνουν όλη τους την κτηνωδία, όταν πείθωνται για την αμετάκλητη απόφαση της Αγίας. Τότε άλλοι με ξύλα και με μαστίγια και άλλοι με γρόνθους και με κλωτσιές χτυπούν αλύπητα την παρθένο, ύστερα την εγκαταλείπουν μισοπεθαμένη. Ο δεσμοφύλακας, ένας μοχθηρός και απαίσιος άνθρωπος, διαδέχεται τη συντροφιά στο ρόλο του βασανιστού. 
Κρεμά την ετοιμοθάνατη Αγία, αλυσοδεμένη καθώς είναι, από τις μασχάλες κι ανελέητα την χτυπά με ότι αντικείμενο βρίσκει μπροστά του, μέχρι να αποκάμη. Κρεμασμένη έτσι, την αφήνει στη ψυχρή φυλακή, μέσα στις παγωμένες νύχτες του Φλεβάρη, το έτος 1751. 

Κανένα όμως παράπονο δεν εκφράζει. Καμιά κατάρα δεν εκστομίζει. Την εμπνέει Εκείνος για τον οποίο πάσχει, Εκείνος που για τους σταυρωτές του παρακαλούσε : « Πάτερ άφες αυτοίς ου γάρ οίδασι τι ποιούσι». Πόσες φορές θα ψιθύρισε λόγια σαν αυτά του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου : « Κύριε μην τους καταλογίσης αυτή τους την αμαρτία…»! Νομίζει κανείς πως δεν πάσχει αυτή. Να, το πρόσωπο της λάμπει σαν αγγελικό. Νιώθει πως είναι ψηλά κοντά στον Νυμφίο. 

Στην φυλακή βρίσκεται και κάποιος χριστιανός. Θεατής όλων αυτών των συνταρακτικών γεγονότων. Παίρνει το θάρρος και παρουσιάζεται στο δεσμοφύλακα. Τον ημερώνει και τον γαληνεύει και του αποσπά την άδεια να κατεβάσει την κρεμασμένη Αγία. Μόλις αντικρύζουν οι άλλοι συγκρατούμενοι το φρικτό θέαμα αρχίζουν να ελέγχουν τον δεσμοφύλακα για την ασπλαχνία του. Ανάμεσα του Εβραίοι, Τούρκοι και Τουρκάλες. Οι βασανιστές ανησυχούν. Μπαινοβγαίνουν κάθε τόσο από την πόρτα της φυλακής. Στέλνουν αρνησίθρησκες γυναίκες να την πείσουν να αλλάξη την πίστη της, όπως έπραξαν και οι ίδιες. 

Άδικος κόπος. 

Η Αγία Κυράννα προσεύχεται αδιάλειπτα. Προσεύχεται ακόμη και για τους δημίους της. Εκείνοι φέρονται σαν δαιμονισμένοι. Φουντώνει η μανία τους, μπροστά στο θάρρος της παρθένου κόρης. Ορμούν ως ατίθασα τέρατα στην ετοιμοθάνατη Αγία. Τώρα διαβλέπουν το γρήγορο θάνατό της. Έτσι θα κορέσουν τα εκδικητικά τους αισθήματα και θα διασκεδάσουν. 
Ο χριστιανός σκέφτεται πώς κάτι μπορεί να κάνει. Απειλεί τον δεσμοφύλακα, οτί θα τον καταγγείλει στον πασά, πως επιτρέπει σε ανθρώπους που δεν έχουν καμιά εργασία, να πηγαινοέρχονται στη φυλακή; 

Νάσου όμως πάλι οι γενίτσαροι! Βρίσκουν την πόρτα της φυλακής κλειστή. Δεν χάνουν καιρό, αναφέρονται στο μεγάλο τους προστάτη, τον Αλή μπέη. Αυτός με τη σειρά του καλεί τον δεσμοφύλακα και τον επιπλήττει δριμύτατα. 

Ο δεσμοφύλακας αφρίζει από το θυμό του. Επιστρέφει έξαλλος στο δεσμωτήριο. Αρπάζει την ετοιμοθάνατη Αγία, την κρέμα κι αρχίζει ασυναίσθητα να την δέρνη με μια σχίζα που βρίσκεται μπρός του. 

Η δύστυχής παρθένος δεν λέγει ούτε λέξη, σαν να πονά άλλη κι όχι αυτή. Είναι τόση η βαρβαρότητα του, οι συγκρατούμενοι ταράσσονται, εξεγείρονται, βάζουν τις φωνές. Ο δήμιος χόρτασε… 

Αφήνει την Αγία για να απολαύσει τον καφέ που πρόσταξε να του ετοιμάσουν. Ο χριστιανός βρίσκει την ευκαιρία να τον παρατηρήση για την σκληρότητά που έδειξε σ’ ένα τόσο αθώο πλάσμα. Ο άπιστος συνέρχεται, αρχίζει να συναισθάνεται κάπως. Πέφτει κατόπιν μπρούμητα και κλαίει από την ντροπή σαν μικρό παιδί… 
Αιφνής ένα εκτυφλωτικό φώς περιβάλλει τη μάρτυρα. Η λάμψη πλημμύρισε τη φυλακή λες και μπήκε μέσα όλος ο ήλιος. Ήταν δεν ήταν τούτη τη στιγμή η ώρα 10 το βράδυ. Μέσα στη σκοτεινή νύχτα, φώς, φώς γέμισε το δεσμωτήριο. Κραυγές δέους ακούονται τότε από τους συγκρατουμένους. Οι Εβραίοι πέφτουν μπούμητα για να μη βλέπουν το φώς. Οι Τουρκάλες βγάζουν τρεμάμενες φωνές, ω!ω! το κρίμα της φτωχής ρωμηάς έπεσε ως αστραπή να μας κάψη. 

Ο δεσμοφύλακας τρέμει σύγκορμος σαν το φύλλο από το φόβο του. Παραγγέλνει στο χριστιανό να την ξεκρεμάση. Δεν την προλαβαίνει όμως. Η μάρτυς δεν υπάρχει πιά. Η νύμφη του Κυρίου πέταξε ψηλά κοντά στο Νυμφίο πολύ τόσο πόθησε. Το φώς έφυγε και μια άρρητη θεία ευωδία διαχύθηκε για αρκετή ώρα. Ο χριστιανός ξεκρέμασε ευλαβικά το σεπτό της σκήνωμα. Άναψε μερικά κεριά και το θυμίασε. ‘Εντρομοι οι Τούρκοι μάθαιναν την επομένη το θαύμα. Οι χριστιανοί με άδεια της τουρκικής αρχής έθαψαν το άγιο σώμα έξω από την πόλη. 

Το 1868 στήθηκε στη γενέτειρα της Αγίας Κυράννας ένας μεγαλοπρεπής ναός, αφιερωμένος σε εκείνη που διάλεξε τη θυσία στο βωμό της πίστης, αντί τις δόξες και τα μεγαλεία που πλούσια της πρόσφερε η απιστία. 

Να τι διασώζει η παράδοση γύρω από την ανέγερση της Εκκλησίας. 

Ένα φώς κόκκινο από την τοποθεσία « Παλιό Κουρί» έκανε τρείς γύρους κάθε βράδυ εκεί οπού σήμερα υψώνεται ο ναός. Το φώς το έβλεπαν μόνον οι χριστιανοί. Το ίδιο χρονικό διάστημα η Αγία παρουσιαζόταν στον ιδιοκτήτη του οικοπέδου Κ.Τζιώρτζη κάθε νύκτα ζητώντας του να παραχωρήση τον τόπο να κτίσθη η Εκκλησία, ενώ η εικόνα της με αναμμένο καντηλάκι εμφανιζόταν κάπου στο σπίτι του. Ύστερα από ιδιοτελείς δισταγμούς ( θα έχανε το οικόπεδο) και αρκετά φαινόμενα, ο Τζιώρτζης, σε συνδιασμό και με το φώς που εμφανιζόταν, αναφέρει στην επιτροπή τα γινόμενα. Έτσι αποφασίζεται η ανέγερση του ναού, μέσα σε μια συγκινητική εξόρμηση μικρών και μεγάλων Βυσσωκινών και μη ( όπως δείχνει το σημειωματάριο που πρόσφατα βρέθηκε). 

Σήμερα σεμνοπρεπώς υψώνεται ο ναός της Αγίας και πάμπολλοι είναι οι προσκυνητές. Αλήθεια! Εκείνη πρόσφερε τη ζωή της για Χριστό. Σήμερα δεν ζητεί από μας ο Κύριος να πεθάνουμε γι’ Αυτόν μας καλεί να ζήσουμε γι’ Αυτόν. 

Είναι η μικρότερη προσφορά από μας, κι η μεγαλύτερη τιμή για την Αγία που γιορτάζουμε. 

Τι λέτε, θα το αρνηθούμε;

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016


Τα Θεοφάνεια στην ιστορία, την τέχνη, την παράδοση


    του Θωμά Μπαιρακτάρη
    Με την εορτή των Θεοφανείων η Επιφανείων και Φώτων, κλείνει και ο κύκλος του λεγομένου Δωδεκαημέρου, που αρχίζει από την Δεσποτική εορτή των Χριστουγέννων και περιλαμβάνει και τις άλλες ενδιαμέσους εορτές.
    Ο κύκλος αυτός των εορτών, είναι αυτούσιος Χριστιανικός διότι ο εορτασμός του Πάσχα προέρχεται και σχετίζεται εν μέρει με τον Εβραικό εορτασμό, με διαφορετική όμως έννοια. Καί το μεν Εβραικό Πάσχα συσχετίζεται με την διέλευση της Ερυθράς Θάλασσας, δηλ. από τη δουλεία προς την ελευθερία, το δε Χριστιανικό Πάσχα με την Ανάσταση του Κυρίου δηλ. «εκ του θανάτου προς την ζωήν και την εκ γης προς Ουρανόν διαβίβασιν των πιστών υπό του Αναστάντος», κατά την υμνολογία της Εκκλησίας.
    Η εορτή των Θεοφανείων ήταν κατ’ αρχάς ενωμένη με την εορτή των Χριστουγέννων και συνεορτάζονταν και στην Ανατολή και στη Δύση την ίδια ημέρα, ο δε διαχωρισμός προήλθε από την Δυτική Εκκλησία επί Πάπα Ρώμης Ιουλίου (336-352 μ.Χ.). Αυτός ο διαχωρισμός επικράτησε έκτοτε και στην Ανατολική Εκκλησία με διάφορη όμως τυπική διάταξη και εορταστική υμνολογία.
    Επεκράτησε δε να αποκαλείται και εορτή των Φώτων και τούτο διότι οι Κατηχούμενοι βαπτίζονται ομαδικώς, και σε μεγάλη ηλικία, την παραμονή των Θεοφανείων στους ποταμούς, την θάλασσα, τις κολυμβήθρες και πολλοί κατά προτίμηση στον Ιορδάνη ποταμό όπως ο Κύριος. Επειδή το βάπτισμα επέφερε τον φωτισμό από το σκότος της ειδωλολατρείας, κρατούσαν συμβολικώς και αναμμένες λαμπάδες για το φωτισμό τους. Κατηχούμενοι λέγονταν όσοι είχαν δεχθεί τον χριστιανισμό και παρακολουθούσαν τις ιερές ακολουθίες από τον νάρθηκα της Εκκλησίας, χωρίς όμως να συμμετέχουν και σε αυτές.
    Κατ’ αντίθεση με τα Χριστούγεννα τα οποία και δανειστήκαμε από τη Δύση, τα Θεοφάνεια είναι καθαρός ελληνικός εορτασμός και ένας από τους αρχαιότερους της εκκλησίας μας.
    Πρωτοεμφανίστηκε στην Αίγυπτο μεταξύ των Ελλήνων χριστιανών, καλλιεργήθηκε εν συνέχεια στην Παλαιστίνη, ανεπτύχθη στην χριστιανική Ανατολή και διαδόθηκε εν συνέχεια και στη Λατινική Δύση. Επειδή όμως ο εορτασμός των Χριστουγέννων πήρε πολύ μεγάλη και δικαίως εορταστική μεγαλοπρέπεια και η ενδιάμεση εορταστική κόπωση που επακολούθησε μέχρι τα Θεοφάνεια, υποτίμησε κάπως τον εορτασμό τους.
    Τα Θεοφάνεια στην Αγιογραφία
    Ο εικονογραφικός εορτασμός των Θεοφανείων παρά την ελληνική τους προέλευση με όλους τους συμβολισμούς τους, διασώζεται από την αρχαιότερη διατύπωσή τους όχι στην Ανατολή αλλά στη Δύση και μάλιστα στη Ρώμη στις Κατακόμβες του Αγίου Καλλίστου, στη Ραβέννα όπως η εικόνα του Βαπτιστηρίου της και αλλού.
    Στην ελληνική Ανατολή το θέμα της εικονογραφίας της βαπτίσεως με κάποια πληρότητα, μας δίνει ο Διονύσιος εκ Φουρνά Ευρυτανίας (1670-1746), στο περίφημο βιβλίο του «Ερμηνεία των Ζωγράφων».
    Ο Διονύσιος, αξιόλογος ζωγράφος και εφάμιλλος του Πανσέληνου, μαθήτευσε τη ζωγραφική στο Άγιο Όρος όπου και διασώζονται θαυμάσια έργα του καθώς και στους Ναούς της ιδιαίτερής του πατρίδος Φουρνά Ευρυτανίας.
    Ο εορτασμός στο Βυζάντιο
    Στο Βυζάντιο την πρωτεύουσα της Μεσαιωνικής μας Αυτοκρατορίας, τα Θεοφάνεια εορτάζονταν με εξαιρετική λαμπρότητα.
    Ο εορτασμός άρχιζε από την παραμονή οπότε και γινόταν ο καθαγιασμός των υδάτων στον Ι. Ναό του Αγίου Στεφάνου, με την παρουσία του Αυτοκράτορα, των Αυλικών και της Συγκλήτου.
    Ο Αυτοκράτωρ ήταν ενδεδυμένος με ολόλευκα και χρυσά πολυτιμότατα ενδύματα, ειδικά για την ημέρα των Θεοφανείων.
    Γιά την παρέλαση της επομένης, ο έπαρχος (Κυβερνήτης) της πόλεως φρόντιζε για τον καθαρισμό, τον διάκοσμο και το στρώσιμο των δρόμων με πριονίδι, πευκόκλαδα, δάφνες και μυρσίνες, καθώς και το στρώσιμο με τάπητες για τη μετάβαση εν πομπή του αυτοκράτορα στον Ι. Ναό της του Θεού Σοφίας.
    Κατά την επιστροφή του ο λαός επευφημούσε λέγοντας το «Πολυχρόνιον ποιήσαι ο Θεός την Βασιλείαν», οι δε Πράσινοι και Βένετοι έψαλλαν επίκαιρα τροπάρια. Ο Αυτοκράτωρ μετά τη Λειτουργία και την επιστροφή, παρέθετε μεγάλο και επίσημο γεύμα στην αίθουσα των «Δεκαεννέα Ακκουβίτων» (τράπεζα επισήμων).
    Η υμνολογία της εορτής
    Το θέμα της Βαπτίσεως του Κυρίου δεν ενέπνευσε μόνο την Τέχνη (Ζωγραφική) αλλά και την υμνολογία. Από την θαυμάσια υμνολογία της εορτής, εκτός από τους ύμνους των Μ. Ωρών, του Εσπερινού και του Όρθρου, η ενδεικτική αναφορά στα Τροπάρια του Μ. Αγιασμού του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Σοφρωνίου (†638) είναι ένα εξαίρετο δείγμα της θείας εμπνεύσεως.
    Ήχος πλ. δ΄. «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων βοά λέγουσα. Δεύτε λάβετε πάντες, πνεύμα σοφίας, πνεύμα συνέσεως, πνεύμα φόβου Θεού του επιφανέντος Χριστού».
    «Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις και ρήγνυται ο Ιορδάνης, και των ιδίων ναμάτων, επέχει το ρεύμα, Δεσπότην ορών ρυπτόμενον».
    «Προς την φωνήν του βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν του Κυρίου· ήλθες Κύριε μορφήν δούλου λαβών, βάπτισμα αυτών ο μη γνούς αμαρτίαν».
    Από τα υψιπετέστερα ακούσματα, εκτός από το γνωστό Απολυτίκιο «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…», είναι και η ευχή του Ιωάννου του Δαμασκηνού (†754), η οποία απαγγέλεται μεγαλοφώνως κατά την τελετή του καθαγιασμού των υδάτων.
    «Τριάς υπερούσιε, υπεράγαθε, υπέρθεε, παντοδύναμε, παντεπίσκοπε, αόρατε, ακατάλυπτε, δημιουργέ των νοερών ουσιών και των λογικών φύσεων, η έμφυτος αγαθότης, το φως το απρόσιτον, το φωτίζων πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, λάμψον καμοί τω αναξίω δούλω σου· φώτισόν μου της διανοίας τα όμματα, όπως ανυμνήσαι τολμήσω την άμετρον ευεργεσίαν και δύναμιν…».
    Καί επισφραγίζεται η όλη ακολουθία με το κοινωνικό.
    «Επεφάνη η χάρις του Θεού η Σωτήριος πάσιν ανθρώποις».
    Τα Θεοφάνεια στη Λαογραφία
    Εκτός από την υμνολογία της εκκλησίας μας, όπως και μερικώς αναφέρθηκε, αξιόλογα είναι και τα διάφορα και κατά περιοχή Κάλαντα των Φώτων.
    Τα παλαιότερα γνωστά που διασώθηκαν σε ένα χειρόγραφο των Ιεροσολύμων είναι τα κατωτέρω:
    Σήμερον η κτίσις φωτίζεται
    Καί πανηγυρίζει ευφραίνεται.
    Από της ερήμου ο Πρόδρομος
    ήρθε να βαπτίσει τον Κύριον κ.τ.λ.
    ……………………
    Ψάλλοντες Χριστόν τον Θεόν ημών.
    Δέξασθε λουτήραν βαπτίσματος.
    Ο Θεός των όλων και Κύριος.
    Δώη σας υγείαν να χαίρεσθε κ.τλ.
    Οι αναμνήσεις των παλαιών χρόνων είναι άπειρες καθώς και τα έθιμα, διαφέρουν στις λεπτομέρειες και έχουν την ίδια κεντρική άποψη.
    Χαρακτηριστικό είναι το ότι στις Βόρειες επαρχίες της Ελλάδος, στη Βέροια, Νάουσα, Γιαννιτσά, Θεσσαλία και Αλμυρό, συνήθιζαν να μασκαρεύονται τα Φώτα από την παραμονή και να λένε τα Κάλαντα της εορτής.
    Οι μασκαράδες υποδύονται πάντα τους ίδιους ρόλους: τον γαμπρό, την νύμφη, την πενθερά, τον γιατρό, τον Αράπη και άλλους. Πρώτα πηγαίνουν στο σπίτι του παπά να πάρουν την ευχή του και του λένε τα Κάλαντα:
    Αύριο τα Φώτα και ο Φωτισμός
    και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας…
    Ύστερα ακολουθεί ο έπαινος προς το πρόσωπο του ιερέως και ο έπαινος προς την παπαδιά.
    Με την εορτή των Θεοφανείων, εκτός από τον αγιασμό των υδάτων, σχετίζεται και ο αγιασμός των σπιτιών, των υποστατικών, των αγρών και όλης της φύσεως για τον καθαρμό από τους Καλλικαντζαραίους που είναι φαντασιώσεις του λαού και που εμφανίζονται το δωδεκαήμερο. Η αναφορά στους Καλλικαντζαραίους οφείλεται σε παλαιά ειδωλολατρική δεισιδαιμονία και εξ αυτής επικράτησε η ιδέα ότι αυτές τις ημέρες έμπαιναν στα σπίτια και προκαλούσαν σοβαρές καταστροφές.
    Σύμφωνα με τις παραδόσεις, οι Καλλικάντζαροι φοβούνται μόνον τον Αγιασμό και στο άκουσμά του συγκεντρώνονται φωνάζοντας ο ένας προς τον άλλον «Φύγετε να φύγουμε κι έφτασε ο Τρουλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!». Κατ΄ αυτόν τον τρόπο καταδιωκόμενοι κατακρημνίζονταν στα Τάρταρα και ελευθερώνονταν οι άνθρωποι και η φύση από την καταστρεπτική επιρροή τους. Αυτή η δεισιδαιμονία τα τελευταία χρόνια σχεδόν εξέλιπε.