Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Μια αδικημένη ποιήτρια!



Πόσο παράξενο πράγμα είναι ο άνθρωπος -αυτό το καλάμι που στοχάζεται και το δέρνουν οι πιο περίεργοι άνεμοι! Όλη τη χρονιά μπορεί να μη θυμόταν να πάει στην εκκλησία, παρά μόνο Χριστούγεννα ή Πάσχα, ή σε κάποια έκτακτη περίσταση. Σαν έρθει όμως η Μεγάλη Τρίτη, με την Κασσιανή και το περίφημο τροπάριο της, ξεσηκώνουν οι πατεράδες τα παιδιά τους, τις οικογένειες τους, να πάνε στην εκκλησία. Και οι παππούδες κ’ οι γιαγιάδες σταυροκοπιούνται, που τους αξίωσε ο Θεός ν’ ακούσουν και φέτος το «Τροπάριο της Κασσιανής». Kαι άμα τελειώσει το θρυλικό πια τροπάρι, χαιρετιούνται κ’ εύχονται «και του χρόνου!». Οι ψαλτάδες, έπειτα, που τόσο είχαν κουραστεί να προετοιμάσουν, ή την, εξευρωπαϊσμένη και χορωδιακά, πραγματική «εκτέλεση» του τροπαρίου, ή τη βυζαντινή και κατανυκτική απόδοσή του -όπως μας το διέσωσε η παράδοση της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής μουσικής- φεύγουν ικανοποιημένοι, ελπίζοντας, πως τον ερχόμενο χρόνο θα το κρατήσουν περισσότερο, θα το αργήσουν πιο πολύ και μ’ επιβλητικότερη μεγαλοπρέπεια. Η πιο αδικημένη, όμως, τη Μεγάλη Τρίτη, παραμένει από χρόνια τώρα η σεμνή μοναχή του Βυζαντίου, η εκκλησιαστική ποιήτρια, που κάνει κάθε χρόνο τόσες καρδιές να χύνουν θερμά δάκρυα κατανύξεως, η Κασσιανή. Και νομίζω, πως αξίζει τον κόπο να μας απασχολήσει για λίγο η μορφή της αδικημένης ποιήτριας και τα βαθειά νοήματα που κλείνει μέσα του το, παρανοημένο από πολλούς, εξαίσιο ποίημά της.
Και πρώτα, η μορφή της ποιήτριας. Το όνομά της είναι συνδεδεμένο με αριστουργηματικά τροπάρια της Εκκλησίας μας, στα οποία oι ερευνητές τη βρίσκουν άλλοτε ως Κασσιανή, άλλοτε ως Εικασία (ή Ικασία), κι άλλοτε ως Κασσία. Επειδή όμως τα τροπάρια που αποδίδοντα: σ’ αυτήν είναι τα ίδια, φαίνεται πως είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Η Κασσιανή γεννήθηκε στη Κωνσταντινούπολη, από γονείς με αρχοντικό και αριστοκρατικό όνομα, κ’ έζησε στα χρόνια του Λέοντος του Σοφού· ή, όπως άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν, στα χρόνια του Θεοφίλου (Η’- Θ’ αιώνα). Αν και δεν έχουμε μια αυθεντική πηγή για το βίο της, τα σωζόμενα έργα της μας επιτρέπουν να πούμε, πως έλαβε κατά τη νεότητά της μια πλατειά και βαθειά παιδεία. Ιδιαίτερα στα πατερικά κείμενα, τα οποία βρίσκονταν σ’ όλα τα ειδή των σχολείων εκείνη την εποχή, φαίνεται να έχει εγκύψει περισσότερο, χωρίς ν’ αγνοεί, βέβαια, και τα κλασσικά γράμματα, τα οποία όμως δεν μπορούν να σώσουν τη ψυχή και να τη βάλουν στο Παράδεισο. Υπάρχει ανάμεσα στα τροπάρια της Κασσιανής ένα ποίημα -δοξαστικό στ’ απόστιχα της εορτής των αγίων Μαρτύρων Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου και Ορέστου (13 Δεκεμβρίου) – πού εκφράζει αυτή τη θέση της Κασσιανής:
Η έλλειψη αυθεντικής ιστορικής πηγής, για το βίο της Κασσιανής, άφησε ασύδοτη τη φαντασία των διαφόρων βυζαντινών χρονογράφων, τους οποίους προσπαθούν να ξεπεράσουν οι νεώτεροι μυθιστοριογράφοι, στο να πλάσουν το βίο της με όσες σκανδαλώδεις ερωτικές περιπέτειες χωρεί το κέφι τους, δημιουργώντας τη γνωστή ατμόσφαιρα του παραγεμισμένου από ανευλαβείς αναλήθειες θρύλου, που σε γενικές γραμμές είναι ο ακόλουθος -χωρίς τα φιλολογικά καρυκεύματα των μυθιστοριογράφων: Όταν ο Θεόφιλος ήρθε σε ώρα γάμου, η μητρυιά του Ευφροσύνη μάζεψε στ’ ανάκτορα του Βυζαντίου τις ωραιότερες θυγατέρες των αρχοντικών οικογενειών της βασιλεύουσας, για να διαλέξει ο γιός της ποιά θα πάρει γυναίκα και βασίλισσα. Κρατώντας ένα χρυσό μήλο στα χέρια του ο Θεόφιλος, στάθηκε μπρος στην ωραιότατη μα και σεμνότατη Κασσιανή, θαμπωμένος απ’ το απερίγραπτο κάλλος της. Και, ίσως για να διαπιστώσει αν και το πνεύμα της ωραίας κόρης ήταν όμοιο με την εξωτερική ομορφιά της, τη ρώτησε: «Ως άρα διά γυναικός ερρύη τα φαύλα;» -εννοώντας, πως όλα τα κακά που βρήκαν τον άνθρωπο πηγάζουν από τη γυναίκα, δηλαδή, από την Εύα. Τότε η Κασσιανή, με θαυμαστή τόλμη κ’ ετοιμότητα πνεύματος απάντησε: «Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» -εννοώντας την Παναγία, που με τη γέννηση του Χριστού, έγινε βρύση, απ’ την οποία πηγάζουν τα «κρείττονα», τα καλύτερα αγαθά του ανθρώπου.
Ο Θεόφιλος δυσαρεστήθηκε από την προσφυέστατη και πνευματικότατη αυτή απάντηση, κ’ έδωκε το χρυσό μήλο στη Θεοδώρα. Η Κασσιανή, ήταν ελεύθερη πια τώρα, να πραγματοποιήσει τη παλιά παιδική της επιθυμία: να μονάσει. Φεύγει απ’ τον «δυσώνυμο» κόσμο και χτίζει ένα δικό της μοναστήρι, το «Ικάσιον» ή μοναστήρι «της Εικασίας», όπου έμεινε μονάζοντας μέχρι τα τέλη του βίου και την εν Κυρίω ανάπαυσή της. Ο θρύλος αναφέρει και μια αποτυχημένη προσπάθεια του Θεοφίλου, να επισκεφθεί τη Κασσιανή στο μοναστήρι της. Την ώρα, όμως, που ακούστηκαν τα ποδοβολητά από τα άλογα της βασιλικής συνοδείας, η Κασσιανή, -που έγραφε κείνη την ώρα ένα λυρικό ποίημα για τη πόρνη του Ευαγγελίου, που άλειψε το Χριστό με τα μύρα της ευωδίας και τα δάκρυα της μετανοίας- αφήνει το κελλί της και κρύβεται, για να μην τη δει ο Θεόφιλος. Στο μισοτελειωμένο τότε ποίημα, ο Θεόφιλος πρόσθεσε, μετά τη φράση: «ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα», τις τρεις αυτές λέξεις: «τω φόβω εκρύβη». Σαν έφυγε ο Θεόφιλος με τη συνοδεία του, πικραμένος που δε μπόρεσε να δει τη Κασσιανή, εκείνη γύρισε στο κελλί της και, αφήνοντας άθικτη την ποιητική προσθήκη του Θεόφιλου, συνέχισε το ποίημα της ως το τέλος:
«Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σοΐυ αβύσσους, τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος.
Δεν ξέρουμε ακόμη, πόσα απ’ τα στοιχεία του θρύλου, και μέχρι ποιό βαθμό, είναι αληθινά. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι τούτο: αν έχασε ένα βασιλιά -ωστόσο γήινο- νυμφίο, κέρδισε τον ουράνιο Νυμφίο, το Χριστό· αν δεν γονάτισαν και δεν υποκλίθηκαν μπροστά της αυλικοί και υπήκοοι του βυζαντινού αυτοκράτορα, έκανε ως τώρα, συνεχίζει, και θα συνεχίζει να κάνει χιλιάδες χριστιανούς να γονατίζουν κάθε χρόνο μπροστά στο Χριστό και να παρακαλούν για τη σωτηρία τους, ακούοντας τα κατανυκτικά της τροπάρια. Αν δεν άφησε πρίγκιπες και διαδόχους για το θρόνο της βασιλεύουσας, άφησε ένα άγιο παράδειγμα και μια άγια ζωή, που θα θυμίζουν σε όλους μας την κάθε στιγμή, και ιδιαίτερα αυτές τις άγιες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, πως όλα τα αγαθά της γης και όλα τα βασίλεια του κόσμου, δεν είναι τίποτε μπροστά στη σωτηρία της ψυχής, «υπέρ ης Χριστός απέθανε». Και αν δεν δουν αυτές τις πλευρές απ’ τη ζωή της Κασσιανής οι άνθρωποι, πάντα θα πλέκουν ανόητα ρομάντζα, γύρω από λειψές σημειώσεις μεταγενέστερων βυζαντινών χρονογράφων, και, είτε στο θέατρο, είτε στο κινηματογράφο, είτε στον άλλο γραπτό λόγο πάρουν την Κασσιανή ως θέμα τους, έξω απ’ τις προηγούμενες θέσεις, όλοι θα αδικούν μια σεμνή αρχόντισσα του Βυζαντίου, που έγινε νύμφη του Χριστού, θα αγνοούν και θα παρανοούν μια μεγαλόπνοη και σοφή ποιήτρια, που μας έδωσε αριστουργήματα εκκλησιαστικής ποιήσεως, όπως τα: «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις», «Αυγούστου μονάρχησαντος», «Ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον», «Εξέλθετε έθνη, εξέλθετε και λαοί», «Κύματι θαλάσσης, τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον», «Ηπλωσας τας παλάμας» κ.ά. Πρέπει να πούμε, πως είναι, ίσως, και αμαρτία να ομιλεί κανείς με καταφρόνηση και με ανευλάβεια για το πρόσωπο και τη ζωή της Κασσιανής, την οποία λόγω της αγίας ζωής της και των κατανυκτικών τροπαρίων της, σε πολλά μέρη της Ελλάδος -ιδιαίτερα στο νησί της Κάσου- την τιμούν ως οσία και τη γιορτάζουν στις 7 Σεπτεμβρίου, έχουν μάλιστα και ειδική Ακολουθία, που τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια στα 1889.



(Π.Β.Πάσχου, «Έρως Ορθοδοξίας»)

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010



«Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Δευτέρα, μνείαν ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ Παγκάλου, καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταραθείσης καὶ ξηρανθείσης Συκῆς».


Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ



«Τὴ ἁγία καὶ μεγάλη Δευτέρα, μνείαν ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ Παγκάλου, καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταραθείσης καὶ ξηρανθείσης Συκῆς»
Κατά την Μ. Δευτέρα επιτελούμε ανάμνηση του ενάρετου Ιωσήφ (γιος του πατριάρχη Ιακώβ και δισέγγονο του Αβραάμ), ο οποίος είναι τύπος του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Ο Ιωσήφ, αγαπητός γιος του πατέρα του, φθονήθηκε από τα αδέρφια του. Στην αρχή τον έριξαν σε ένα λάκκο, έπειτα όμως πουλήθηκε από τα αδέρφια του αντί είκοσι χρυσών νομισμάτων στους εμπόρους. Αυτοί με τη σειρά τους τον πούλησαν στον Πετεφρή που ήταν αρχιμάγειρας του βασιλιά της Αιγύπτου.
Ο Ιωσήφ ήταν ωραιότατος νέος και γι’ αυτό η σύζυγος του Πετεφρή επιθύμησε να αμαρτήσει μαζί του. Αυτός αρνήθηκε και τότε αυτή τον συκοφάντησε στον άντρα της, ότι δήθεν ο Ιωσήφ της επιτέθηκε με ανήθικους σκοπούς. Ο Πετεφρής την πίστεψε και ο αθώος Ιωσήφ ρίχτηκε στην φυλακή.
Κάποτε όμως ο Φαραώ, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, είδε ένα παράδοξο όνειρο και ζητούσε να βρει εξήγηση αυτού του ονείρου. Τότε του είπαν ότι στις φυλακές υπάρχει ένας Εβραίος νέος, που είχε άλλοτε εξηγήσει όνειρα συγκρατούμενων του. Ο Ιωσήφ, κατ’ εντολή του Φαραώ, οδηγήθηκε ενώπιόν του και με το φωτισμό του Θεού, εξήγησε το όνειρο του Φαραώ, λέγοντάς του ότι θα έρθουν για τη χώρα του επτά έτη εφορίας και επτά έτη ακαρπίας και πείνας.
Τότε ο Φαραώ, καταγοητευμένος από τη θεία σοφία του Ιωσήφ, τον ενδύει με βασιλική στολή, τον αναβιβάζει σε βασιλικό άρμα και τον καθιστά γενικό άρχοντα της Αιγύπτου.
Ο Ιωσήφ διαχειρίστηκε με θαυμαστή φρόνηση την εξουσία. Και αργότερα, όταν ήρθαν τα έτη της πείνας λόγω της ακαρπίας της γης, αυτός άνοιξε τις αποθήκες που είχε γεμίσει κατά τα πρώτα έτη και χόρτασε το λαό.
Θεωρήθηκε ο Ιωσήφ τύπος και προεικόνιση του Κυρίου, διότι και Αυτός, αγαπητός Υιός του Πατρός, φονεύθηκε από τους Ιουδαίους, πουλήθηκε από τον μαθητή Του και βασανίστηκε. Ρίχτηκε στον σκοτεινό τάφο, ακολούθως αναστήθηκε.
Επίσης κατά την Μ. Δευτέρα επιτελούμε ανάμνηση και της άκαρπης συκής, την οποία καταράστηκε ο Κύριος και ξεράθηκε.
Η συκή αυτή συμβολίζει τόσο την Συναγωγή των Εβραίων, η οποία δεν είχε πνευματικούς καρπούς και γι’ αυτό καταδικάστηκε από τον Κύριον, όσο και κάθε άνθρωπο στερούμενο πνευματικών καρπών, δηλαδή αρετών.
Η Εκκλησία, φέρνοντας ενώπιόν μας το παράδειγμα της συκής, θέλει να μας προτρέψει σε αγώνες πνευματικούς προς απόκτηση αρετών.
Η υμνογραφία της ημέρας είναι αφιερωμένη στα δύο ανώτερα θέματα (του Ιωσήφ και της συκής) και επί πλέον στο θέμα της ελεύσεως του Κυρίου προς το Πάθος.


Ευαγγελική περικοπή


«Πρωῒας δὲ ἐπανάγων εἰς τὴν πόλιν ἐπείνασε· 19 καὶ ἰδὼν συκῆν μίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἦλθεν ἐπ' αὐτήν, καὶ οὐδὲν εὗρεν ἐν αὐτῇ εἰ μὴ φύλλα μόνον, καὶ λέγει αὐτῇ· Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ συκῆ. 20 καὶ ἰδόντες οἱ μαθηταὶ ἐθαύμασαν λέγοντες· Πῶς παραχρῆμα ἐξηράνθη ἡ συκῆ; 21 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε, ἂρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, γενήσεται· 22 καὶ πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε. 23 Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ ἱερὸν προσῆλθον αὐτῷ διδάσκοντι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ λέγοντες· Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς; καὶ τίς σοι ἔδωκεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην; 24 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ λόγον ἕνα, ὃν ἐὰν εἴπητέ μοι, κἀγὼ ὑμῖν ἐρῶ ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. 25 τὸ βάπτισμα τὸ Ἰωάννου πόθεν ἦν, ἐξ οὐρανοῦ ἢ ἐξ ἀνθρώπων; οἱ δὲ διελογίζοντο παρ' ἑαυτοῖς λέγοντες· Ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ ἡμῖν, διατὶ οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· 26 ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων, φοβούμεθα τὸν ὄχλον, πάντες γὰρ ἔχουσι τὸν Ἰωάννην ὡς προφήτην. 27 καὶ ἀποκριθέντες τῷ Ἰησοῦ εἶπον· Οὐκ οἴδαμεν. ἔφη αὐτοῖς καὶ αὐτός· Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. 28 Τί δὲ ὑμῖν δοκεῖ; ἄνθρωπος τις εἶχε τέκνα δύο, καὶ προσελθὼν τῷ πρώτῳ εἶπεν· τέκνον, ὕπαγε σήμερον ἐργάζου ἐν τῷ ἀμπελῶνί μου. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐ θέλω· ὕστερον δὲ μεταμεληθεὶς ἀπῆλθε. 30 καὶ προσελθὼν τῷ δευτέρῳ εἶπεν ὡσαύτως. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἐγώ, κύριε· καὶ οὐκ ἀπῆλθε. 31 τίς ἐκ τῶν δύο ἐποίησε τὸ θέλημα τοῦ πατρός; λέγουσιν αὐτῷ· Ὁ πρῶτος. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 32 ἦλθε γὰρ πρὸς ὑμᾶς Ἰωάννης ἐν ὁδῷ δικαιοσύνης, καὶ οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· οἱ δὲ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι ἐπίστευσαν αὐτῷ· ὑμεῖς δὲ ἰδόντες οὐδὲ μετεμελήθητε ὕστερον τοῦ πιστεῦσαι αὐτῷ. 33 Ἄλλην παραβολὴν ἀκούσατε. ἄνθρωπος τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησεν πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς, καὶ ἀπεδήμησεν. 34 ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. 35 καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν. 36 πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως. 37 ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. 38 οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. 39 καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν. 40 ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; 41 λέγουσιν αὐτῷ· Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν. 42 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν; 43 διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ' ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς·»


Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ΄
«Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῶ ὕπνω κατενεχθής, ἵνα μῄ τῶ θανάτω παραδοθής, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθής, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα. Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς».


Μετάφρασις
«Ο Χριστός, ο Νυμφίος (της Εκκλησίας) να, έρχεται ξαφνικά μέσα στην νύχτα. Μακάριος αυτός που αγρυπνεί και τον περιμένει. Αντίθετα, είναι ανάξιος εκείνος που θα τον εύρει ράθυμο και αμελή. Πρόσεχε, λοιπόν, ψυχή μου, μη τυχόν και καταληφθείς από τον (πνευματικό) ύπνο, για να μην παραδοθείς στον πνευματικό θάνατο, Κι έτσι κλειστείς έξω από την (ουράνια) βασιλεία. αλλά φρόντισε να συνέλθεις και φώναξε δυνατά: Άγιος, άγιος, άγιος είσαι Εσύ ο Θεός μας. δια της Θεοτόκου ελέησέ μας»


πηγή: Ορθόδοξη Φοιτητική ένωση.http://www.xfe.gr/

Κυριακή των Βαϊων Εσπέρα


ορθρος Μεγάλης Δευτέρας


«Τον νυμφώνα σου βλέπω…»


Tον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω,
ίνα εισέλθω εν αυτώ˙ λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής,
φωτοδότα, και σώσον με.


«Ερχόμενος ο Κύριος…»
Ερχόμενος ο Κύριος προς το εκούσιον πάθος, τοις αποστόλοις έλεγεν εν τη οδώ˙ Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και παραδοθήσεται ο Υιός του ανθρώπου, καθώς γέγραπται περί αυτού. Δεύτε ουν και ημείς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς˙ ίνα και συζήσωμεν αυτώ και ακούσωμεν βοώντος αυτού˙ ουκέτι εις την επίγειον Ιερουσαλήμ δια το παθείν, αλλά αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα υμών και Θεόν μου και Θεόν υμών και συνανυψώ υμάς εις την άνω Ιερουσαλήμ, εν τη Βασιλείας των ουρανών
.

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου


Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε, εἶναι τὸ εὐαγγέλιο τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἐλπίδας στὸν κόσμο. Γιατὶ ἡ προσδοκία καὶ ἡ ἀναμονὴ τῶν ἀνθρώπων τόσους αἰῶνες γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία, γίνεται πραγματικότητα.
Ἔτσι ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία δέχεται τὸ ἀγγελικὸ «χαῖρε» καὶ μένει ἄφωνη μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναδικὸ οὐράνιο γεγονός. Ἀνακαλύπτει τώρα τὴ θεϊκὴ προσφορὰ τῆς θυσίας καὶ ἀπολαμβάνει τὸν ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης.
Ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εὐαγγελίζεται στὴν «Κεχαριτωμένη» Μαρία τὴν χαρά. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ σωτῆρα Χριστοῦ στὸν κόσμο καὶ ἡ χαρὰ γιὰ τὴ δική μας σωτηρία καὶ λύτρωση.
Ἐπάνω σ᾿ αὐτὰ τὰ δεδομένα θὰ σταθεῖ ὁ ἐκκλησιαστικὸς ποιητής, γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴ βεβαιότητα τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. «Ὁ χρόνος ἔφθασε λοιπόν, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐμφανιστεῖ ἡ ἐλπίδα ὅλων τῶν ἐθνῶν, ὁ Χριστός», λέγει μὲ ἐνθουσιασμό.
Ἔχουμε ἤδη εἰσέλθει στὴν ὑλοποίηση τοῦ θεϊκοῦ σχεδίου καὶ ἀτενίζουμε τὸ Θεὸ νὰ κατεβαίνει στὰ ἐγκόσμια καὶ νὰ ἱστορεῖται μέσα στὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Καὶ ἀρχίζουμε ἀπὸ σήμερα, στὸν εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου, νὰ ἑτοιμαζόμαστε νὰ γευτοῦμε τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φέρει τὴν καινούργια καὶ καλὴ ἀγγελία τοῦ οὐρανοῦ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα.
«Εὐαγγελίζου γῆ χαρὰν μεγάλην...».
Ἡ σωτηρία μας προσφέρεται ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς δωρεὰ καὶ χάρη. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς χαιρετίζει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν χαιρετισμὸ τῆς χαρᾶς. Εἶναι ὁ πρῶτος λόγος Του μετὰ τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἐκδίωξή του σὲ τόπο πόνου, ὀδύνης, φθορᾶς καὶ θανάτου.
Καὶ εἶναι συγκλονιστικὸ γιὰ τὸν χαμένο καὶ ξενιτευμένο ἄνθρωπο, ποὺ τὸν πλακώνει ἡ ἀπελπισία, ν᾿ ἀνοίγεται τὸ παράθυρο τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς σωτηρίας. Ὁ Θεὸς τοῦ προσφέρει τὴν ἀγάπη καὶ τὴ στοργή Του, ποὺ εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο σιγουριά. Τοῦ προσφέρει τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων Του καὶ ἀποκαλύπτει τὸ θέλημά Του. Καὶ ζητεῖ μονάχα τὴν ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ γι᾿ αὐτόν.
Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου εἶναι τὸ ἄνοιγμα τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀγάπης καὶ σκοπὸ ἔχει τὴν σύναψη τῶν σκορπισμένων ἀνθρώπων στὴν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ. Εἶναι στὴ συνέχεια ἡ ἀποτίναξη τοῦ ἐφιάλτου τοῦ κακοῦ καὶ ἡ συνταύτιση μὲ τὸ χῶρο τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ ἁγίου.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς ξεκινάει πρῶτος καὶ προσκαλεῖ πρῶτος. Ἀποστέλλει τὴν πρόσκλησή Του δίχως χρονολογία λήξεως, γιατὶ σκοπός Του εἶναι νὰ περιμένει τὸν ἄνθρωπο νὰ καταλάβει, νὰ ἀποφασίσει, νὰ ἀνταποκριθεῖ.
Ὁ ἄνθρωπος, ἀποδέκτης τῆς πρόσκλησης αὐτῆς τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ προνόμιο τῆς ἐλευθερίας του καὶ μὲ τὴν μοναδικὴ εὐκαιρία ἐπιλογῆς, κρατάει στὸ χέρι του τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν πραγματικὴ εὐτυχία του.
Στὴν ἐποχή μας, ποὺ παρατηρεῖται σύγχυση καὶ ἀποπροσανατολισμὸς τῶν ἀνθρώπων· ὅπου οἱ ἀξίες ἔχουν χάσει τὴν σημασία τους καὶ οἱ ἀσημαντότητες φαντάζουν ὡς σοφία καὶ γνώση, οἱ ἄνθρωποι ψάχνονται νὰ βροῦν τὴν ἀλήθεια ποὺ θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν εὐτυχία.
Μὰ ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἀποτυπώνεται στὸν χαιρετισμὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Προσφέρεται μέςῳ αὐτοῦ ἡ εὐκαιρία βίωσης τοῦ μυστηρίου τῆς ἀγάπης. Καὶ ἀποκαλύπτεται ἡ ἐπιθυμία σύναξης σχέσεων τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε, ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ διακονήσει τὸν ἄνθρωπο. Καὶ συνάπτει συμφωνία μαζί του. Ζητεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο νὰ μένει μαζί Του καὶ τοῦ ὑπόσχεται τὴ σωτηρία του.
Ἔτσι, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος, δηλαδὴ ὁ κάθε ἕνας μας, τοποθετεῖ θετικὰ καὶ ἀνταποκριθεῖ στὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, τότε διαγράφει μιὰ τροχιὰ εὐτυχίας καὶ χαρᾶς, ποὺ τὸν ὁδηγεῖ στὴν «περίσσεια τῆς ζωῆς».
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ χαρὰ καὶ ἡ ζωή, ποὺ ἄλλωστε εὐαγγελίζεται ὁ ἄγγελος, γίνεται τρόπος ὕπαρξης. Γιατὶ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή, ἀφοῦ ζωὴ δίχως Χριστό εἶναι ὡσὰν τὸ σῶμα δίχως πνοή. Ἄρα «ζοῦμε καὶ κινούμαστε καὶ εἴμαστε στὴ ζωή... ἐπειδὴ εἴμαστε στὸ δικό του γένος...».


Γράφει: † Aρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσα

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

"Για να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε την εφηβεία των παιδιών μας".



Η κ. Χάρη Δημητρακούδη, παιδαγωγός και Θεολόγος, ήταν η καλεσμένη της Σχολής Γονέων – Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κατερίνης τη Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010, η οποία μίλησε στο Πνευματικό κέντρο με το πολύ ενδιαφέρον θέμα: « Για να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε την εφηβεία των παιδιών μας».

Η κ. Δημητρακούδη με τις πολύπλευρες γνώσεις της, τις πολλές εμπειρίες της και την άνεση του λόγου της καθήλωσε το πολυπληθές ακροατήριό της λέγοντας μεταξύ άλλων και τα εξής:

Όσοι έχουν μικρά παιδιά πρέπει να ετοιμάζονται για την εφηβεία των παιδιών τους. Αρκετοί γονείς δυστυχώς δεν το κάνουν και μπαίνουν στη θύελλα της εφηβείας των παιδιών τους απροετοίμαστοι και βιώνουν απρόσμενες συνέπειες.

Αλλά ας μιλήσουμε για μερικά πράγματα, αν και το θέμα είναι τεράστιο, πλούσιο και πολυεπίπεδο. Ας γαληνέψουμε όλοι για λίγο και ας κουβεντιάσουμε. Κι αυτό για να ενθαρρυνθούμε και να πιστέψουμε ότι μπορούμε με την προσπάθειά μας να τα καταφέρουμε.

Τα πρώτα σημάδια της εφηβείας είναι βέβαιο μας τρομάζουν. Είναι μια περίοδος της εξέλιξης του ανθρώπου αρκετά ταραχώδης. Χρονολογικά προσδιορίζεται από τα 11 χρόνια και μέχρι τα 18 σύμφωνα με την κλασική εξελικτική ψυχολογία, αλλά το τέλος της διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε κάποιους ίσως δεν τελειώνει ποτέ! Τα κορίτσια μπαίνουν στην περίοδο αυτή της ζωής τους πιο γρήγορα απ’ ότι τα’ αγόρια.

Την εφηβεία πρέπει να την περνά κανείς στην κανονική χρονολογική περίοδο. Αλλά δυστυχώς αυτό πολλές φορές δεν ισχύει. Ένα χαρακτηριστικό των κοριτσιών στην εφηβεία είναι, ότι συχνά κλαίνε χωρίς λόγο για μας τους μεγάλους. Αυτό συμβαίνει , γιατί αισθάνονται κάτι ν’ αλλάζει μέσα τους. Βέβαια κάθε παιδί είναι μοναδικό. Δεν αντιδρούν όλα με τον ίδιο τρόπο. Κάποια έχουν πιο ήρεμη εφηβεία, κάποια όμως τη ζουν περισσότερο έντονα. Όλα όμως πρέπει να την περάσουν με το μικρότερο δυνατό ψυχικό κόστος. Είναι απαραίτητο να την περάσουμε γιατί από παιδιά γινόμαστε ενήλικες. Τώρα κόβεται ο πνευματικός και ψυχικός ομφάλιος λώρος από την προηγούμενη περίοδο ανάπτυξης μας και έχουμε ως στόχο να γίνουμε ολοκληρωμένοι και ευτυχισμένοι ενήλικες.

Έτσι ο έφηβος από ένα μικρό και γλυκό αγοράκι γίνεται ο νεαρός, που δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι: Είναι παιδί, νέος ενήλικας; Τώρα γίνεται η συνειδητοποίηση του εγώ του και ψάχνει να βρει ποιος είναι, από πού έρχεται, ποιος ο σκοπός της ζωής του. Είναι ένας επαναστάτης αλλά με αιτία. Είναι απόλυτοι και αυστηροί κριτές. Νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και τα θέλουν όλα. Γίνονται σκληροί και καυστικοί με τους γονείς τους. Όχι ότι δεν τους αγαπάνε, όχι ότι τους απορρίπτουν, αλλά θέλουν το διαχωρισμό τους και την ανεξαρτητοποίησή τους απ’ αυτούς. Πάντως όλα αυτά δεν πρέπει να μας παραξενεύουν. Θα πρέπει να μας ευχαριστούν και να προετοιμαζόμαστε και εμείς, αλλά να προετοιμάζουμε και τα παιδιά μας , τα οποία έχουν μπροστά τους ένα μεγάλο αγώνα να δώσουν.

Οι έφηβοι αισθάνονται ανασφάλεια, είναι αλλοπρόσαλλοι, νιώθουν μεγάλες ενοχές από την αλλαγή των χαρακτηριστικών τους. Αλλάζει ο τρόπος συμπεριφοράς τους. Αλλάζει η εξωτερική τους εμφάνιση(σπυράκια, σχετική παχυσαρκία κ.λ.π.).Ζουν σε μεγάλες αντιφάσεις. Δεν έχουν πολλές φορές διαύγεια πνεύματος. Είναι σχεδόν μονίμως μεθυσμένοι με την ευφροσύνη της ζωής. Δεν έχουν την αίσθηση του κινδύνου. Αναζητούν το νόημα της ζωής και θέλουν να ακυρώσουν και τους ίδιους τους γονείς τους. Αμφισβητούν ακόμα και τη σχέση τους με το Θεό. Θέλουν να χτίσουν μόνοι τους τη σχέση αυτή με το θείο κάτω από τις δικές τους προυποθέσεις. Όμως ενώ απορρίπτουν τους γονείς , τους θέλουν κοντά τους και επιζητούν τη βοήθειά τους.

Ο έφηβος θέλει να τον αγαπούν, να τον εκτιμούν και να τον υπολογίζουν. Γι αυτό χρειάζεται να τους αντιμετωπίζουμε με σεβασμό κατανόηση και χωρίς ειρωνεία. Θέλουν τη βοήθειά μας να βρούν το δρόμο τους. Δεν πρέπει να συμφωνούμε πάντα μαζί τους. Η γνώμη μας πρέπει να εκφράζεται με ηρεμία, να είναι σταθερή, αλλά χωρίς να τους απορρίπτουμε, χωρίς να τους εξευτελίζουμε, χωρίς να θέλουμε να επιβάλουμε τα θέλω μας

και κυρίως να μη κλείνουμε την πόρτα μας κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Οι έφηβοι ενοχλούνται αφάνταστα όταν παρακολουθούμε την προσωπική τους ζωή. Γι αυτό τους εμπιστευόμαστε και τους βοηθούμε. Αποφεύγουμε όσο μπορούμε τις συγκρούσεις μαζί τους. Κρατούμε ανοιχτά τα κανάλια της επικοινωνίας. Παραμένουμε όμως σταθεροί στις απόψεις μας. Αποφεύγουμε τη συνεχή κριτική μας προς αυτούς, γιατί θα μας επιστραφεί με τον χειρότερο δυνατό τρόπο και τους εκφράζουμε την αγάπη μας σιωπηλά. Σαν να τους λέμε:Είμαι εδώ, έτοιμος να σε βοηθήσω, όταν το χρειαστείς.

Οι έφηβοι δεν επιθυμούν ακόμα την υπερπροστασία. Τέλος, σας παροτρύνω, να χαιρόμαστε που τα παιδιά μας είναι γερά , έφτασαν στην περίοδο της εφηβείας και δίνουν τον αγώνα τους, που είναι καθοριστικός για την ενήλικη ζωή τους.

Μετά το τέλος της ομιλίας ακολούθησε εκτεταμένη συζήτηση και το ακροατήριο αποχώρισε εμφανώς ικανοποιημένο από την εμπειρία, που έζησε για δύο περίπου ώρες

http://www.sgk1989.eu/index.php?option=com_content&view=article&id=101:22022010-&catid=41:-20092010&Itemid=66

Κατεβάστε το βίντεο:
http://www.ianos.net/ftp/Avraam/Xari_Dimitrakoudi_xvid.avi


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μαρίας της Αιγύπτιας).



(Μάρκου κεφ. ι' στίχοι 32-45).



Ο Ιησούς ταξιδεύει στην Ιερουσαλήμ για να γιορτάσει το Πάσχα.



ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Εκκλησία μας βοηθάει με τη σημερινή περικοπή να ετοιμαζόμαστε για να προσκυνήσουμε με πίστη και ευλάβεια τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας. Ο Κύριος μιλεί πολύ καθαρά στους μαθητές του για τα πάθη των αγίων ημερών. Δείχνει σ' όλους μας το σωστό τρόπο, που μπορούμε να υποδεχτούμε τη θυσία του Γολγοθά.

«Τω καιρώ εκείνω παραλαβών ο Ιησούς πάλιν τους δώδεκα μαθητάς αυτού, ήρξατο αυτοίς λέγειν τα μέλλοντα αυτώ συμβαί-νειν, ότι ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται τοις αρχιερεύσι και τοις γραμματεύσι, και κατακρινούσιν αυτόν θανάτω και παραδώσουσιν αυτόν τοις έθνεσι, και έμπαίξουσιν αυτώ και μαστιγώσουσιν αυτόν και εμπτύσουσιν αυτώ και αποκτενούσιν αυτόν, Και τη τρίτη ήμερα αναστήσεται.
Και προσπορεύονται αυτώ Ιάκωβος και Ιωάννης οι υιοί Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ίνα ο εάν αιτήσωμεν ποίησης ημίν. ο δε είπεν αυτοίς· τί θέλετε ποιήσαί με υμίν; οι δε είπον αυτώ· δός ημίν ίνα είς εκ δεξιών και εις εξ ευωνύμων σου καθίσωμεν εν τη δόξη σου. ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· ουκ οίδατε τι αιτείσθε. Δύνασθε πιείν το ποτήριον ο εγώ πίνω, και το βάπτισμα ό εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήναι; οι δε είπον αυτώ· δυνάμεθα. ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· το μεν ποτήριον ό εγώ πίνω πίεσθε, και το βάπτισμα ό εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε το δε καθίσαι εκ δεξιών μου και εξ ευωνύμων ουκ εστίν εμόν δούναι, αλλ' οίς ητοίμασται. Και ακούσαντες οι δέκα ήρξαντο αγανακτείν περί Ιακώβου και Ιωάννου. ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος αυτούς λέγει αυτοίς- οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών· ούχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ' ός εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ός εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος· και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών».




ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Εκείνο τον καιρό πήρε ο Ιησούς τους δώδεκα μαθητές του και άρχισε να τους λέγει εκείνα που επρόκειτο να συμβούν. Ότι δηλ. ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα και ο υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και γραμματείς. Θα τον καταδικάσουν σε θάνατο και θα τον παραδώσουν στην ρωμαίκή εξουσία. Θα τον εμπαίξουν και θα τον μαστιγώσουν και θα τον φτύσουν και θα τον σκοτώσουν και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.

Και τον παίρνουν από κοντά ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι γιοι του Ζεβεδαίου και του λέγουν: Διδάσκαλε, θέλουμε να μας κάνεις ό,τι θα ζητήσουμε. Και εκείνος τους είπε· τι θέλετε να σας κάνω; και εκείνοι του είπαν δώσε μας να καθίσουμε, τότε που θα δοξαστείς, ένας στα δεξιά σου και ένας στα αριστερά σου. Και ο Ιησούς τους είπε- δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι που εγώ πίνω και να βαπτιστείτε το βάπτισμα που εγώ βαπτίζομαι; Και εκείνοι του είπαν μπορούμε. Τότε ο Ιησούς τους είπε· το ποτήρι που εγώ πίνω θα το πιείτε, και το βάπτισμα που εγώ βαπτίζομαι θα το βαπτιστείτε· αλλά το να καθίσετε στα δεξιά μου και στα αριστερά μου δεν είναι στην εξουσία μου να το δώσω, αλλά ανήκει σ' εκείνους για τους οποίους είναι ετοιμασμένο. Και όταν άκουσαν οι δέκα άρχισαν να αγανακτούν με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Και ο Ιησούς τους κάλεσε κοντά του και τους είπε· Σας είναι γνωστό πως εκείνοι που στον έξω κόσμο νομίζουν πως είναι άρχοντες, αυτοί υποδουλώνουν τους ανθρώπους και εκείνοι απ' αυτούς που έχουν τα μεγάλα αξιώματα, αυτοί τους έχουν στην απόλυτη εξουσία τους. Όμως δε θα είναι έτσι σε σας, αλλ' αν κάποιος θέλει να γίνει μεγάλος μεταξύ σας, θα είναι υπηρέτης σας, και αν κάποιος από σας θέλει να γίνει πρώτος, θα είναι όλων δούλος. Γιατί ο υιός του ανθρώπου δεν ήλθε για να υπηρετηθεί, αλλά για να υπηρετήσει και να δώσει την ψυχή του για να λυτρωθούν πολλοί.



ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
1. Ο Κύριος λέγει στους μαθητές του ότι στα Ιεροσόλυμα ία παραδοθεί στα χέρια των Γραμματέων και Φαρισαίων, θα τον Καταδικάσουν, θα τον εμπαίξουν, θα τον μαστιγώσουν, θα τον φτύσουν, θα τον σκοτώσουν, αλλά την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί. Οι μαθητές δοκίμαζαν μεγάλη στενοχώρια γι' αυτά τα πράγματα, γιατί δεν ήθελαν να χάσουν από κοντά τους τον Κύριο, δεν μπορούσαν ακόμα οι μαθητές να καταλάβουν και να δεχτούν πως ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να θυσιαστεί και έτσι σωθούν όλοι οι άνθρωποι.
2. Ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ζητούσαν από τον Κύριο κοσμικά αξιώματα. Νόμιζαν πως ο Χριστός στα Ιεροσόλυμα θα γίνει κοσμικός άρχοντας για να ελευθερώσει τους Εβραίους από την κυριαρχία των Ρωμαίων. Αυτή όμως τη νοοτροπία ο Κύριος την απορρίπτει. Ο Χριστός δεν ήλθε στον κόσμο για να γίνει κοσμικός άρχοντας, ώστε να υποδουλώνει τους ανθρώπους στην εξουσία του. Ο Κύριος ήλθε για να υπηρετήσει τους ανθρώπους με την αγάπη του και όχι να τον υπηρετήσουν οι άλλοι. Ο Κύριος μας διδάσκει πως ο άνθρωπος πρέπει να έχει μέσα του πολλή αγάπη και ταπείνωση. Η αγάπη μας κάνει υπηρέτες των ανθρώπων. Δεν είναι υποτιμητικό να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου στους άλλους. Όποιος από μας θέλει να βρίσκεται κοντά στο Χριστό πρέπει να τον μιμείται στη ζωή του.
3. Πρέπει από τώρα να συνηθίσουμε να υπηρετούμε τους άλλους. Πρώτα απ' όλα θα αρχίσουμε να προσφέρουμε τις υπηρεσίες και τη βοήθεια μας στους γονείς μας. Να ξεκουράζουμε τη μητέρα μας. Να εξυπηρετούμε και τα άλλα αδέλφια μας. Να φροντίζουμε για κάθε καλό που μπορεί να γίνει στην τάξη μας και γενικά στο σχολείο μας. Να επισκεπτόμαστε τους αρρώστους και να προσφέρουμε βοήθεια και χαρά στους φτωχούς. Όλα αυτά μας βοηθούν να παρακολουθήσουμε αληθινά τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας. Θα αρχίσουμε από τώρα να θυσιάζουμε τον εγωισμό μας, για να φτάσουμε αργότερα και στο σημείο να προσφέρουμε για την αγάπη του Χριστού και των άλλων ,, ανθρώπων και αυτή τη ζωή μας.




Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ






«Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε»




Ιδιαίτερη είναι η αγάπη και ξεχωριστός ο σεβασμός, με τον οποίο το σύνολο των πιστών περιβάλλει την Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου. Αγάπη και σεβασμός που πηγάζουν και εμπνέονται από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η Ακολουθία, από την εκφραστικότητα και τον πλούτο των κειμένων, από το μελωδικό ένδυμα των λόγων. Αγάπη και σεβασμός που εκδηλώνονται με την ευλαβή παρουσία και ενεργό συμμετοχή στην Ακολουθία των «πιστώς προσκυνούντων και δοξαζόντων» Χριστιανών, τα απογεύματα της Παρασκευής καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ο Ακάθιστος ύμνος χαρακτηρίζεται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, γραμμένο πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και μερικώς της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του ύμνου είναι σοβαρή και ρέουσα, γεμάτη από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα. Έτσι η εξωτερική του μορφή παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και ωραιότητα, που συναγωνίζεται το βαθύ του περιεχόμενο.
Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον πλούτο του λόγου, την ύπαρξη σχημάτων, την ποιητικότητα ορισμένων στίχων και προπαντός το υψηλό περιεχόμενο του ύμνου, που εξυμνεί την ενανθρώπιση του Θεού δια της Παναγίας Θεοτόκου. Είναι αλλεπάλληλες οι εκφράσεις χαράς, αγαλλιάσεως και λυτρώσεως που δίνουν ενθουσιαστικό τόνο στον ύμνο.
Το γεγονός δε ότι απ' όλα τα κοντάκια μόνο αυτό είναι σήμερα σε χρήση στην λατρεία της Εκκλησίας μας δείχνει την δύναμη και την εντύπωση που έκανε και εξακολουθεί να κάνει στους πιστούς.




Ακάθιστος Ύμνος – δομή




Η Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου αποτελείται, κατά βάση, από τον Ακάθιστο Ύμνο και τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, πλαισιωμένα με ψαλμούς, απολυτίκια και ευχές.
Ακάθιστος Ύμνος επεκράτησε να ονομάζεται το Κοντάκιο, το όποιο ψάλλουμε προς τιμήν της Θεοτόκου, τμηματικά κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες της Μ. Σαρακοστής (6 οίκοι με απόδειπνο - Χαιρετισμοί), και ολόκληρο την πέμπτη εβδομάδα (24 οίκοι). Το προοίμιο του είναι το «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ», έχει αλφαβητική ακροστιχίδα (Α - Ω) και διπλό εφύμνιο (Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε και Αλληλούια).
«Κοντάκια» παλαιότερα λέγονταν ολόκληροι ύμνοι, ανάλογοι προς τους «Κανόνες». Η ονομασία οφείλεται μάλλον στο κοντό ξύλο επί του οποίου τύλιγαν τη μεμβράνη που περιείχε τον ύμνο.
Το πρώτο τροπάριο λεγόταν «προοίμιο» ή «κουκούλιο» και όσα ακολουθούσαν λέγονταν «οίκοι», ίσως διότι ολόκληρος ο ύμνος θεωρείτο ως σύνολο οικοδομημάτων αφιερωμένων στη μνήμη κάποιου αγίου.
Κοντάκιο λέγεται συνήθως σήμερα το πρώτο τροπάριο ενός τέτοιου ύμνου.
Ο Ακάθιστος Ύμνος περιέχει προοίμιο και 24 «οίκους». Ως προοίμιο του Ύμνου ψάλλεται σήμερα το «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ», το οποίο όμως, καθώς φαίνεται, δεν είναι το αρχικό. Αντίθετα, ως γνήσιο προοίμιο φέρεται το, σήμερα, αυτόμελο απολυτίκιο «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει», που έχει αμεσότερη σχέση με το περιεχόμενο του Ύμνου, αναφερόμενο κι αυτό στο γεγονός του Ευαγγελισμού.
Το «Τῇ ὑπερμάχῳ» συνετέθη επ’ ευκαιρία της σωτηρίας της Κωνσταντινούπολης από κάποιο κίνδυνο και συνδέθηκε μάλλον αργότερα με τον Ύμνο. Σ’ αυτό θα συνέβαλε και το γεγονός ότι ο Ύμνος ψαλλόταν συχνά στην Κωνσταντινούπολη στις ευχαριστήριες ακολουθίες προς τιμήν της Παναγίας, πολιούχου της Βασιλεύουσας.
Οι 24 «οίκοι» σχηματίζουν αλφαβητική ακροστιχίδα και έχουν εφύμνιο οι μεν περιττοί «Χαίρε, Νύμφη, ανύμφευτε», οι δε άρτιοι «Αλληλούια». Από αυτούς οι 12 αναφέρονται στον Κύριο και τελειώνουν με το «Αλληλούια» = Αινείται το Θεό. Οι άλλοι 12 οίκοι αναφέρονται στη Θεοτόκο και τελειώνουν με το «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε». «Εφύμνιο» λέγεται η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός.
Μέσα στους 72 στίχους συναντούμε 144 χαιρετισμούς στη Θεοτόκο: «Χαίρε, της εκκλησίας ο ασάλευτος Πύργος, Χαίρε, της βασιλείας το απόρθητον τείχος, Χαίρε δι ης εγείρονται τρόπαια, Χαίρε, δι ης εχθροί καταπίπτουσι…». Από τη λέξη ΧΑΙΡΕ ονομάστηκαν και Χαιρετισμοί.




Περιεχόμενο του Ύμνου




Ο Ύμνος διακρίνεται σε δύο ενότητες:
Α) Α-Μ, που αποτελεί το ιστορικό τμήμα (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, σύλληψη Χριστού από την Παναγία, επίσκεψη της Θεοτόκου στην Ελισάβετ, ανησυχία Ιωσήφ, επίσκεψη ποιμένων και μάγων στο νεογέννητο Χριστό, επιστροφή Μάγων, φυγή στην Αίγυπτο, Υπαπαντή), και
Β) Ν-Ω, που αποτελεί το δογματικό-θεολογικό τμήμα (άσπορος σύλληψη, θεότης και ανθρωπότης του Χριστού, σωτηρία του ανθρώπινου γένους με τη θυσία του Ιησού, θέωση των ανθρώπων, θεομητορικής αξίας της Θεοτόκου κά) χωρίς όμως να λείπουν από κάθε ενότητα και στοιχεία της άλλης.
Πηγές του ύμνου είναι η Αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας.




Ονομασία του Ύμνου




Η ονομασία Ακάθιστος Ύμνος αποδόθηκε στον Ύμνο οφείλεται στο ότι «ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν καὶ ὅτι πᾶσι τοῖς ἄλλοις οἴκοις καθῆσθαι ἐξ ἔθους ἔχοντες, ἐν τοῖς παροῦσι τῆς θεομήτορος ὀρθοὶ πάντες ἀκροώμεθα». Αυτά γράφει το Συναξάριο, και εντοπίζει «την νύκτα εκείνη» το καλοκαίρι του 626.
Επίσης, από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε ο ύμνος οι πιστοί σε κάθε ευκαιρία και αφορμή, τον έψαλαν όρθιοι και απ’ την αρχή συνδέθηκε με την εορτή του Ευαγγελισμού του οποίου την ακολουθία το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο.




Χρόνος και αιτία σύνθεσης




Σύμφωνα με το Συναξαριστή, ο Ύμνος δημιουργήθηκε το 626, μετά τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία των Αβάρων και των Περσών, οπότε και εψάλει για πρώτη φορά.

Κατά το έτος 626 η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε από τους Πέρσες και Αβάρους. Ο βασιλέας Ηράκλειος απουσίαζε στη Μικρά Ασία σε πόλεμο κατά των Περσών. Τότε ο φρούραρχος Βώνος μαζί με τον Πατριάρχη Σέργιο ανέλαβαν την υπεράσπιση της αυτοκρατορίας. Ο Πατριάρχης περιέτρεχε τη πόλη με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε τα πλήθη και τους μαχητές.
Ξαφνικά έγινε φοβερός ανεμοστρόβιλος που δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο και τη νύκτα της 7ης προς την 8η Αυγούστου, αναγκάσθηκαν να φύγουν άπρακτοι. Ο λαός πανηγυρίζοντας τη σωτηρία του, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και όλοι όρθιοι έψαλλαν τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη τους στην «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
Για να ψαλθεί όμως τότε θα πρέπει να είχε συντεθεί νωρίτερα, καθώς δεν ήταν δυνατό να γίνει αυτό σε μια νύχτα. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο ύμνος έπρεπε να προϋπήρχε στη λειτουργική πράξη, και να ψάλθηκε τότε «ὀρθοστάδην», από μεγίστη αφοσίωση προς εγκωμιασμό της Θεοτόκου. Και προκρίθηκε αυτός ο ύμνος από κάποιον άλλον ενδεχομένως, επειδή θα ήταν κιόλας καθιερωμένος στην Αγρυπνία της 15ης Αυγούστου στη Βλαχέρνα, και επειδή το περιεχόμενό του, με χαρακτήρα διηγηματικό, δογματικό, και δοξολογικό – εγκωμιαστικό προσφερόταν για τη διάσωση και τη λύτρωση της Πόλης από τη δεινή περίσταση.
Η δομή, το ύφος και το περιεχόμενο του ύμνου είναι μάλλον μεταρωμανικά στοιχεία, όπως κατάδειξε ο καθηγητής Νικόλαος Τωμαδάκης. Ο ύμνος αναφέρεται σε όλο το μυστήριο της ενανθρώπησης του Χριστού, στο οποίο είναι βασικός παράγοντας η Θεοτόκος. Έτσι, ο μαριολογικός και ο χριστολογικός χαρακτήρας του είναι φανερός.
Συνεπώς, μπορούμε να πούμε ότι αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων – οι γιορτές χωρίστηκαν στα χρόνια του Ιουστινιανού (527-565) – αλλά εύκολα επίσης μπορούμε να πούμε ότι ο εγκωμιαστικός και δοξολογικός χαρακτήρας του ύμνου είναι πρόσφορος για κάθε περίσταση που η θρησκεύουσα ψυχή θέλει να αναφερθεί στο θαύμα της σωτηρίας της.




Σύνθεση του Ύμνου




Από τα σημαντικότερα και δυσκολότερα φιλολογικά προβλήματα είναι αυτό της σύνθεσης του Κοντακίου του Ακάθιστου Ύμνου. Συνθέτης, χρόνος και αιτία της σύνθεσης παραμένουν ακόμα ανεξακρίβωτα από τους μελετητές.
Με τη χρονολογία σύνθεσης του ύμνου συνδέεται αναπόφευκτα το όνομα του ποιητή του ύμνου, του μελωδού. Ο ύμνος φέρεται σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση ανώνυμος, και ο Συναξαριστής που τον συνδέει με το γεγονός της διάσωσης από την πολιορκία του 626 δεν κάνει λόγο ούτε για το χρόνο της σύνθεσης ούτε για τον ποιητή του.
Ήταν φυσικό, η παράδοση σιωπηρά, αλλά και πολλοί μεγάλοι μελετητές να αποδώσουν τον έξοχο αυτό ύμνο στον κατ’ εξοχήν πρίγκηπα των βυζαντινών υμνογράφων, τον Ρωμανό το μελωδό (α΄ μισό ς΄ αι.). Υπάρχει και μια μεταγενέστερη μαρτυρία, του ις΄ αι., ως σημείωση σε κώδικα του ΙΓ΄ αι. (της μονής Βλατάδων 41, φ. 193α) που αναφέρει το όνομα του Ρωμανού ως ποιητή του ύμνου.
Υπάρχουν όμως και άλλες δύο περιπτώσεις για τον μελωδό του Ακάθιστου Ύμνου, με εξίσου σοβαρές ενδείξεις. Η μία είναι ότι στη λατινική μετάφραση του ύμνου, γύρω στο 800, από τον Επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, αναφέρεται το όνομα του Γερμανού Α΄ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (715-730 κοιμήθηκε 740) που ήταν σύγχρονος με τα γεγονότα του 718 “Incipit Hymnus de Sancta Dei Genetrice Maria, Victoriferus atque Salutatorius, a Sancto Germano Patriarcha Constantinopolitano”.
Η άλλη περίπτωση είναι, ότι σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, εικονίζεται κι ένας μοναχός που κρατάει ειλητάριο με γραμμένο το «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη». Στο κεφάλι του μοναχού υπάρχει η ένδείξη «Ο ΑΓ. ΚΟΣΜΑΣ». Αυτός ο Άγιος Κοσμάς δεν είναι άλλος από τον Κοσμά το μελωδό, που κοιμήθηκε το 752/4, κι είναι κι αυτός σύγχρονος με την θαυμαστή λύτρωση της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία του 718.
Ο Κανόνας του Ακάθιστου είναι έργο των Ιωάννου Δαμασκηνού (οι ειρμοί) και Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (τα τροπάρια).

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010


ΣΥΝΤΟΜΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Συντάκτης επίσκοπος Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης


Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ


Αυτομεμψία


ΑΠΟΨΕ, αγαπητοί μου, σε όλους τους ναούς της Ορθοδοξίας ψάλετε ό Μέγας Κανών, ένα υπέροχο ποίημα πού έγραψε ό άγιος Ανδρέας Κρήτης.
Τι ήταν ό άγιος Ανδρέας; Ήταν παιδί μιας ευσεβούς οικογενείας. Οι γονείς του τον ανέθρεψαν με πίστη, ευλάβεια και δάκρυα. Δεκατεσσάρων ετών βγήκε στην έρημο σαν τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Εκεί μόνασε, έζησε ζωήν αυστηρή ασκήσεως με προσευχή και νηστεία. Κατόπιν έγινε υποδιάκονος, διάκονος, πρεσβύτερος. Τέλος αξιώθηκε να γίνει και επίσκοπος, αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Έλαβε μέρος σε τοπικές και οικουμενικές συνόδους, αγωνίστηκε εναντίον των αιρετικών.
Δικό του έργο είναι ό Μέγας Κανών. και ενώ πέρασαν από τότε 1400 περίπου χρόνια, το ποίημα αυτό μένει αθάνατο. Είναι μια συλλογή, μια ανθοδέσμη από 250 άνθη - τροπάρια. Πόθος του ποιητού Είναι να σπάσει τον πάγο της αδιαφορίας πού έχουμε• δεν καίει κάτι μέσα μας για το Χριστό. Θέλει λοιπόν να λύση αυτή την ψυχρότητα, να σπάσει τη λίθινη καρδιά, να την κάνη λεπτή ευγενή και ευαίσθητη, ώστε να συναισθάνεται και να κλαίει και για έναν αμαρτωλό λογισμό. Σκοπός του ποιήματος Είναι να μας φέρει σε κατάνυξη, να μας κάνη «πνεύμα συντετριμμένον», «καρδιά συντετριμμένην και τεταπεινωμένην»(Ψαλμ. 50,19),
Αν είχα δύναμη κι αν είχατε όρεξη, θα μπορούσαμε να κάνουμε 250 κηρύγματα, ένα για κάθε τροπάριο. Εδώ ακροθιγώς θα δούμε την κεντρική ιδέα του ποιήματος.
Ό Μέγας Κανών συνιστά κάτι πού εκφράζεται με μια λέξη σπάνια —πρώτη φορά θα την ακούτε—• δεν υπάρχει και στα λεξικά. Είναι ή λέξης αυτομεμψία, Σαν έννοια την αναφέρει και ό άγιος Ιωάννης της Κλίμακας. Τι θα πει αυτομεμψία; Με απλά λόγια σημαίνει το εξής
Ό εγωιστής άνθρωπος, ό αλαζών και υπερήφανος, κάνει τον εαυτό του είδωλο. Αυτό ειδώλων το λέει ό άγιος Ανδρέας εδώ• «Αυτό ειδώλων έγενόμην...» (δ' ωδή, 26ο τροπ.). Έχουμε στήσει ψηλά στην καρδιά μας το εγώ μας. Το επαινούμε μόνοι μας, και ευχαριστούμεθα να μας επαινούν και οι άλλοι. Κι άμα κάποιος, ή, ή μάνα ή ό πατέρας ή ό Ιεροκήρυκας, μας κάνουν κάποια παρατήρηση, τότε γινόμεθα θηρία. Το εγώ είναι το είδωλο, ό Θεός μας.
Ενώ λοιπόν ό εγωιστής και υπερήφανος επαινεί τον εαυτό του και κατηγορεί τους άλλους, όπως ό φαρισαίος, αντιθέτως ό ταπεινός δεν κατηγορεί τους άλλους, άλλα κατηγορεί-ποιόν; Τον εαυτό του. Μέμφεται εαυτόν - αυτό θα πει αυτομεμψία. Θεωρεί τον εαυτό του, όπως ό τελώνης, έναν αμαρτωλό πού έχει ανάγκη του ελέους του Θεού. Αυτομεμψία, λοιπόν, Είναι ή κατηγορία του εαυτού μας.
Πώς κατορθώνεται αυτό το δύσκολο πράγμα; Ό άγιος Ανδρέας χρησιμοποιεί ένα καθρέφτη. Ποιος Είναι ό καθρέφτης αυτός; Ή αγία Γραφή. Εκεί, μέσα στις σελίδες της, καθρεφτίζεται• διαπιστώνει τις ατέλειες του και κατηγορεί τον εαυτό του. Μελετούσε την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Έβλεπε διάφορα πρόσωπα, πού είχαν διαπράξει αμαρτήματα. και Τι έκανε, τους κατηγορούσε; Όχι αλλά Τι; Προσέξτε και θα καταλάβετε.
Θα 'χετε ακούσει πολλές φορές να κατηγορούν κάποιοι τους πρωτοπλάστους. —Αχ, λένε, Τι μας έκαναν ό Αδάμ και ή Εύα! Αυτοί φταίνε, αυτοί Είναι ή αιτία όλης της αθλιότητας μας... Εκφράζονται σκληρά. Ή Εύα, ή πρώτη γυναίκα, πόσα δεν έχει ακούσει! Τι λέει όμως εδώ τώρα ό Μέγας Κανών; Εγώ είμαι ή Εύα! Αυτό πού έκανε ή Εύα, πού ελκύστηκε από τον απηγορευμενο καρπό και άκουσε τη συμβουλή του σατανά, αυτό κάνω κ' εγώ• έχω μέσα μου μια Εύα, Εύα όχι αισθητή αλλά νοητή, πού με σπρώχνει στο κακό (α' ωδή, 5ο τροπ.).
Τι έκανε και ό Αδάμ; Παρέβη την θεία εντολή και τότε αισθάνθηκε γυμνός. Άλλα το ίδιο κάνω κ' εγώ" εγώ είμαι ό Αδάμ (α' ωδή, 3ο τροπ.). Αυτό πού έκανε εκείνος, το κάνω κ' εγώ καθημερινώς. Έχω μέσα μου τον Αδάμ, το «αδαμιαίον πλέγμα» πού λένε έτσι ψυχολογικά.
Παρακάτω αναφέρει άλλο παράδειγμα. Ό Κάιν, λέει, σκότωσε τον αδελφό του και έγινε φονιάς. Κ' εγώ φονιάς _είμαι (α' ωδή, 7ο τροπ.). Είμαι Κάιν. Κι αν δέ' σκότωσα με το χέρι, σκότωσα όμως με την προαίρεση μου. Όταν μισώ τον άλλο, δεν κάνω τίποτ' άλλο από το να τον σκοτώνω. Διότι «πας ό μισών τον άδελφόν αυτού ανθρωποκτόνος εστί» (Α' Ίωάν. 3,15).
Έπειτα θυμάται τον Ησαύ. Αυτός, λαίμαργος και γαστρίμαργος, δούλος της κοιλιάς, όπως ήταν πεινασμένος, πώλησε για ένα πιάτο φαΐ τα πρωτοτόκιά του, τα μεγάλα προνόμια πού είχαν οί πρωτότοκοι (αυτοί κληρονομούσαν την ευλογία του πατέρα τους). Άλλα κ' εγώ, λέει ό ποιητής του Μεγάλου Κανόνος, είμαι Ησαύ• διότι παραδίδω κάθε στιγμή στον εχθρό μου διάβολο «τα του πρώτου κάλλους πρωτοτόκιά» (δ' ωδή, 11ο τροπ.)..Εν συνεχεία θυμάται το Δαυίδ, πού μοίχευσε και φόνευσε, αλλά έδειξε μετάνοια. Εγώ, λέει, είμαι Δαυίδ. Διότι κάνω τα ίδια και χειρότερα' πορνεύω και σκοτώνω, αν όχι σωματικός, τουλάχιστον ψυχικώς• δεν δείχνω όμως και την ανάλογη μετάνοια (ζ' ωδή, 4ο-5ο τροπ.).
Αυτά Είναι τέσσερα - πέντε παραδείγματα από τα τόσα πού περιέχει ό Μέγας Κανών. Εγώ είμαι ή Εύα, εγώ ό Αδάμ, εγώ ό Κάιν, εγώ ό Ησαύ, εγώ ό Δαυίδ, εγώ είμαι ό μεγάλος αμαρτωλός. Έτσι σκεπτόταν ό άγιος Ανδρέας, γι' αυτό λέει «Δεν υπάρχει αμαρτία πού δεν την έκανα, Θεέ μου» (βλ. δ' ώδή,4οτροπ.), και δεν υπάρχει άλλος πιο αμαρτωλός από μένα. Αμάρτησα με το σώμα, αμάρτησα με την ψυχή, αμάρτησα με το πνεύμα και τη διάνοια μου. Ζητώ το έλεος σου (βλ. δ' ωδή, 17ο τροπ.).
Καταλάβατε τώρα Τι θα πει αυτομεμψία; Και. αυτά δεν είναι λόγια• τα συναισθάνετο βαθιά αυτός πού από δεκατεσσάρων ετών πήγε στην έρημο και πότιζε τη γη με τα δάκρυα του.
Ελάτε τώρα και ρίξτε μια ματιά σ' εμάς. Αν κοιταχτούμε στον πνευματικό καθρέφτη, θα δούμε ότι είμεθα εγωιστές και υπερήφανοι. Καθένας μας κ' ένα αυτοείδωλο. Λιβανίζουμε τον εαυτό μας και ευχαριστούμεθα να μας λιβανίζουν. Πόρρω απέχουμε από την αυτομεμψία
Θέλετε απόδειξη; Όταν ό ιεροκήρυκας ελέγχει και στηλιτεύει, στο τέλος λένε• «Καλά τους τα είπε». Δέ' λένε «Καλά μας τα είπε», βγάζουν τον εαυτό τους έξω. Πού να γίνει ό έλεγχος και επωνύμως! θα μισήσουν τον Ιεροκήρυκα θανάσιμος, αντί να του πουν Σ' ευχαριστούμε πού μας υπέδειξες τ' αμαρτήματα μας.
Πού αυτομεμψία; Σπάνιο φαινόμενο. Από τις περιπτώσεις αυτές αναφέρω δύο. Στο στρατό πού υπηρέτησα γνώρισα έναν υπέροχο αξιωματικό πολύ μορφωμένο. Ήταν επιεικής στους άλλους και αυστηρός στον εαυτό του. Τόσο αυστηρός, πού άμα έφταιγε - Τι έκανε• τιμωρούσε τον εαυτό του! "Αν και δεν ήταν θρησκευτικός άνθρωπος, είχε αυτομεμψία. Κι άλλο ένα παράδειγμα. Πριν πολλά χρόνια είχα πάει στο Αγιον Όρος Καθώς περπατούσα στον άγιο αυτό τόπο, άκουσα φωνές και υβρεολόγιο- «Κτήνος! ζώον! παλιάνθρωπε!...». Μου φάνηκε σα να μαλώνουν δυο. Κ' εδώ καυγάδες; λέω. Σκανδαλίστηκα. Πλησιάζω, σκύβω• Τι να δω; Ήταν ένας καλόγερος μόνος του, και σκυμμένος κατηγορούσε τον εαυτό του... Πω πω πω! Γι' αυτό αγιάσανε αυτοί...
Εμείς δεν κάνουμε τίποτ' άλλο από το να πετροβολούμε τους άλλους. Ακόμα και στην εξομολόγηση. Γι' αυτό εγώ δεν εξομολογώ. Έρχεται ή άλλη και γελάει, δικαιολογείται, ρίχνει το φταίξιμο στους άλλους• δεν κατηγορεί τον εαυτό της. Ή εξομολόγησης Είναι αυτομεμψία. Έχεις αυτομεμψία; πήγαινε να εξομολογηθείς• δεν έχεις αυτομεμψία; Τι πηγαίνεις; θα κολαστείς. Δεν υπάρχει «γνώθι σαυτόν».
Ό Μέγας Κανών μας διδάσκει το σπουδαίο μάθημα της αυτομεμψίας• μόνοι μας να ελέγχουμε τον εαυτό μας, να τον καθίζουμε στο εδώλιο, να τον κατηγορούμε, να τον τιμωρούμε. Μας οπλίζει με το σπουδαίο όπλο της αυτομεμψίας, για να νικήσουμε τον εγωισμό, την υπερηφάνεια, την αλαζονεία, το υψηλό φρόνημα, ώστε να γίνουμε ταπεινοί τελώνες και να λέμε «Ό Θεός, ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18,13). Τότε θα εφαρμόσουμε εκείνο πού είπε ό Χριστός• «Ή βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιασταί άρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11,12). Τότε θα έχουμε το φρόνημα πού είχε ό απόστολος Παύλος και θα λέμε• «Χριστός Ιησούς ήλθε εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ» (Α' Τιμ. 1,15).
Είθε ό Θεός δια πρεσβειών του αγίου Ανδρέου Κρήτης, ό όποιος μας δίδαξε τα μεγάλα αυτά μαθήματα, ν' αποκτήσουμε το όπλο, το απαραίτητο όπλο, την αυτομεμψία.







Επίσκοπος ΑυγουστίνοςΑπομαγνητοφωνημένη ομιλία, ή οποία έγινε στον Ιερό ναό αγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης σε αγρυπνία την 27 προς 28-3-1985,
Καταγραφή και σύντμησης 13-4-2005

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(Αγίου Ιωάννου της Κλίμακας).

(Μάρκου κεφ. θ' στίχοι 17-31).


Η θεραπεία του σεληνιαζομένου.


Το σημερινό Ευαγγέλιο μας λέγει για το θαύμα του Χριστού, που θεράπευσε το δαιμονισμένο παιδί. Ο διάβολος θέλει να ξεκόψουμε από το Θεό και έτσι να χάσουμε τη σωτηρία μας, που είναι και η αληθινή ζωή μας. Στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής ο άνθρωπος αγωνίζεται για να συντρίψει με τη βοήθεια του Θεού την αμαρτία. Μόνον έτσι μπορούμε να πλησιάσουμε τον Κύριο, που είναι ο Λυτρωτής και ο Σωτήρας μας.

«Τω καιρώ εκείνω άνθρωπός τις προσήλθε τω Ιησού γονυπετών αυτώ και λέγων διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου προς σε, έχοντα πνεύμα άλαλον. Και όπου αν αυτόν καταλάβη, φήσσει αυτόν, και αφρίζει και τρίζει τους οδόντας αυτού, και ξηραίνεται· Kαι είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν. ο δε αποκριθείς αυτώ λέγει ώ γενεά άπιστος, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών; φέρετε αυτόν προς με. Και ήνεγκαν αυτόν προς αυτόν. Και ιδών αυτόν ευθέως το πνεύμα εσπάραξεν αυτόν, και πεσών επί της γης εκυλίετο αφρίζων.
Και επηρώτησε τον πατέρα αυτού· πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ; ο δε είπε· παιδιόθεν. Και πολλάκις αυτόν εις το πυρ έβαλε και εις ύδατα, ίνα απολέση αυτόν αλλ’ ει τι δύνασαι, βοήθησαν ημίν σπλαγχνισθείς εφ' ημάς. ο δε Ιησούς είπεν αυτώ το εί δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι. Και ευθέως κράξας ο πατήρ του παιδιού μετά δακρύων έλεγε- πιστεύω, κύριε βοήθει μου τη απιστία. Ιδών δε ο Ιησούς ότι επισυντρέχει όχλος επετίμησε τω πνεύματι τω ακαθάρτω λέγων αυτώ· το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε εξ' αυτού και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν. Και κράξαν και πολλά σπαράξαν αυτόν εξήλθε, και εγένετο ωσεί νεκρός, ώστε πολλούς λέγειν ότι απέθανεν. ο δε Ιησούς κρατήσας αυτόν της χειρός ήγειρεν αυτόν και ανέστη.
Και εισελθόντα αυτόν εις οίκον οι μαθηταί επηρώτων αυτόν κατ' ιδίαν, ότι ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό. Και είπεν αυτοίς· τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία. Και εκείθεν εξελθόντες παρεπορεύοντο δια της Γαλιλαίας και ουκ ήθελεν ίνα τις γνώναι. εδίδασκε γαρ τους μαθητάς αυτού ότι ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται εις χείρας ανθρώπων, και αποκτενούσιν αυτόν, και αποκτανθείς τη τρίτη ήμερα αναστήσεται».



Εκείνο τον καιρό ένας άνθρωπος πλησίασε τον Ιησού, γονάτισε μπροστά του και είπε· Διδάσκαλε,· σου έφερα το γιο μου, που έχει πνεύμα άλαλο· Και όπου τον πιάσει τον ρίχνει κάτω, και αφρίζει και τρίζει τα δόντια του και ξεραίνεται· και είπα στους μαθητές σου για να το βγάλουν και δεν μπόρεσαν. Και ο Ιησούς του αποκρίθηκε και λέγει· Ω γενεά άπιστη, ως πότε θα είμαι μαζί σας ως πότε θα σας βαστάξω; Φέρτε μου εδώ το παιδί. Και του το έφεραν. Και όταν το παιδί είδε τον Ιησού, αμέσως το πονηρό πνεύμα το τράνταξε και έπεσε στη γη και κυλιόταν αφρίζοντας.
Και ο Ιησούς ρώτησε τον πατέρα του· Πόσος καιρός είναι από τότε που το έπαθε; Και ο πατέρας είπε· Από τότε που ήταν παιδί. Και πολλές φορές και στη φωτιά τον έριξε και στο νερό για να τον ξεκάμει· μα αν κάτι μπορείς, λυπήσου μας και βοήθησε μας. Και ο Ιησούς του είπε· Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σ' εκείνον που πιστεύει. Και αμέσως έβαλε φωνή ο πατέρας του παιδιού με δάκρυα και είπε· Πιστεύω Κύριε· βόηθα με στην απιστία μου. Και όταν είδε ο Ιησούς πως μαζεύεται κόσμος, μίλησε αυστηρά στο ακάθαρτο πνεύμα και του λέγει: Πνεύμα άλαλο και κουφό, εγώ σε διατάζω, να βγεις από το παιδί και να μην ξαναμπείς σ' αυτό. Και το πνεύμα, αφού έβαλε μεγάλη φωνή και τράνταξε δυνατά το παιδί, βγήκε· και το παιδί έγινε σαν νεκρό, ώστε πολλοί να λέγουν πως πέθανε. Και ο Ιησούς το ‘πιασε από το χέρι και το σήκωσε και εκείνο στάθηκε ορθό. Και όταν ο Ιησούς πήγε στο σπίτι οι μαθητές του τον πήραν κατά μέρος και τον ρωτούσαν: Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε το πονηρό πνεύμα; Και τους είπε· Τα πονηρά πνεύματα με κανέναν τρόπο δε βγαίνουν παρά μόνο με προσευχή και με νηστεία. Και αφού βγήκαν από εκεί διάβαιναν κρυφά μέσα από τη Γαλιλαία και κανείς δεν ήθελε να το ξέρει. Γιατί δίδασκε τους μαθητές του και τους έλεγε πως ο υιός του ανθρώπου παραδίνεται στα χέρια των ανθρώπων και θα τον σκοτώσουν και αφού πεθάνει την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.


ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
1. Το Ευαγγέλιο μας παρουσιάζει το δυστυχισμένο πατέρα, που είχε το δαιμονισμένο παιδί. Μας δείχνει πώς καταντάει ο άνθρωπος, όταν κυριευθεί από το σατανά. Η αμαρτία μας ξεμακραίνει από το Θεό. Μας κάνει δούλους του σατανά, που μας βασανίζει με το χειρότερο τρόπο. Σ' αυτή τη φοβερή κατάσταση δε φτάνει ο άνθρωπος απότομα, αλλά σιγά σιγά. Από τη μικρή ηλικία αρχίζουμε να κάνουμε ορισμένες παρεκτροπές, που μας απομακρύνουν από το Θεό και τον ίσιο δρόμο. Ξεχνάμε την προσευχή. Αραιώνουμε τον εκκλησιασμό. Αναβάλλουμε την εξομολόγηση. Καθυστερούμε τη θεία Κοινωνία. Όλα αυτά είναι άσχημα δείγματα. Το Ευαγγέλιο μας λέγει ότι ο άνθρωπος προχωρεί στο κακό και την καταστροφή.
2. Το παράδειγμα του πατέρα είναι πολύ συγκινητικό. Με δάκρυα στα μάτια απάντησε στον Κύριο που τον ρώτησε αν πιστεύει: «Πιστεύω, Κύριε, αλλά βόηθα την απιστία μου». Ο πατέρας φαίνεται πως είχε στην καρδιά του μεγάλη ταπείνωση, γι' αυτό και οδηγήθηκε στο σημείο να εμπιστεύεται στο Χριστό. Αισθανόταν όμως μέσα του και μια ολιγοπιστία. Παρακαλεί τον Κύριο να τον δυναμώσει με τη θεϊκή του δύναμη και να του χαρίσει το δώρο της πίστεως.. Μακάρι και εμείς με πολύ ταπείνωση να παρακαλούμε το Θεό να δυναμώνει την πίστη μας και να μας χαρίζει τη σωτηρία της ψυχής και του σώματος μας.
3. Οι μαθητές δεν μπόρεσαν να κάμουν αυτό το θαύμα και ο Κύριος τους λέγει ότι τα πονηρά πνεύματα απομακρύνονται μόνο με την προσευχή και τη νηστεία. Με την προσευχή ο άνθρωπος συνδέεται με το Θεό, ζητεί τη βοήθεια του και τη δύναμη του. Ιδιαίτερα τη Μεγάλη Σαρακοστή η προσευχή μας οπλίζει με τέτοια δύναμη, ώστε να συνεχίσουμε νικηφόρα τον αγώνα μας κατά του διαβόλου και της αμαρτίας. Η νηστεία επίσης μας βοηθάει να πλησιάσουμε το Θεό. Με τη νηστεία προσπαθούμε να στερήσουμε τον εαυτό μας από κάτι, που το αγαπάμε για το χατίρι και την αγάπη του Θεού. Η νηστεία μας γεμίζει με η δύναμη του Θεού, γιατί διαρκώς μας προσφέρει την αγάπη Του, που μας συντηρεί και μας λυτρώνει.

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Γιατί η κατ’οίκον εκπαίδευση είναι αναγκαία στην Ελλάδα σήμερα;



Γιατί η κατ’οίκον εκπαίδευση είναι αναγκαία στην Ελλάδα σήμερα;

1. Αποχριστιανοποίηση των σχολείων στην Ελλάδα
Εισαγωγή σεξουαλικής αγωγής στο Δημοτικό Σχολείο.
Κατάργηση ή μετατροπή του μαθήματος των Θρησκευτικών σε Θρησκειολογία
Αφαίρεση των εικόνων και των Χριστιανικών συμβόλων.
Κατάργηση του εκκλησιασμού και της προσευχής.

2. Κρατική εκπαίδευση στα χερια των Αντίχριστων
Το κράτος έχει το μονοπώλιο της εκπαίδευσης.
Παραβιάζεται το δικαίωμα των γονιών στην εκπαίδευση των παιδιών τους. Οι
γονείς είναι απλώς θεατές, στερούμενοι οποιουδήποτε ελέγχου στη μόρφωση των
παιδιών τους.
Το κράτος επηρεάζει ενεργά τη διαμόρφωση της συνειδήσεως, του ήθους και της
συμπεριφοράς των χριστιανών – απορρίπτοντας την χριστιανική εκπαίδευση στο
σπίτι.

3. Κρατικά σχολεία ≠ εκπαίδευση

Παύει να είναι τόπος πρόσκτησης γνώσεων και καλλιεργείται η αγραμματοσύνη:
Μείωση έως εξαφάνιση των Αρχαίων Ελληνικών
Αύξηση των ξένων γλωσσών και εφαρμογή τους από την γ’ δημοτικού
χυδαιοποίηση της ελληνικής γλώσσας
κείμενα άνευ ποιοτικού περιεχομένου
μείωση έως εξάλειψη εθνικής λογοτεχνίας και ποίησης
πρόχειρη και ασυνάρτητη συγγραφή πολλών βιβλίων

4. Από τόπος μάθησης έγιναν αναμορφωτήριο του «νέου ανθρώπου»

Καθίσταται κέντρο αφελληνισμού – αφιλοπατρίας:
παραποίηση ή απόκρυψη της ιστορικής αλήθειας
παράλυση εθνικής συνείδησης
απουσία δημοτικής ποίησης που αναζωπυρώνει την ελληνική συνείδηση

Προωθείται η αθεϊα και η μαγεία
βιβλία Δημοτικού και Γυμνασίου

Εξυμνείται η παιδεραστία και η μαστροπεία
βιβλία Α’ και Β’ Γυμνασίου

Δεν αποτελεί πια θεματοφύλακα αξιών αλλά επιταχυντή της πνευματικής χρεωκοπίας
προωθεί νέο μοντέλο ζωής, απόκλιση από την παραδοσιακή ελληνική οικογένεια
β΄τεύχος της γλώσσας της ΣΤ’ Δημοτικού

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

H χριστιανικὴ νεανικὴ ταυτότητα σήμερα



Άν καὶ πάντοτε ἡ νεανικὴ ἡλικία ἦταν μία περίοδος ἀμφισβήτησης καὶ κρίσης τῆς πίστης καὶποὺ σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις αὐτὴ ἡ ἀμφισβήτηση ἐνδυνάμωνε καὶ ἰσχυροποιοῦσε τὴν ἴδια τὴν ἀμφισβητούμενη πίστη στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, στὶς μέρες μας δὲν εἶναι τόσο ἡ ἀμφισβήτηση ποὺ ἀπομακρύνει τοὺς νέους ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅσο ἡ ἀποδυνάμωση τῆς ἔννοιας τῆς ταυτότητας, ἡ ρήξη μὲ τὴν παράδοση καὶ τὸ παρελθόν, ἡ ἀσυνέχεια στὴν ἀτομικὴ ζωή, ἡ ἀπουσία μακροπρόθεσμων στόχων καὶ ἡ ἀσυνέπεια τῆς ζωῆς τοῦ καθενός. Ὅλα αὐτά, καὶ πολλὰ ἀκόμη γνωρίσματα τῆς ἐποχῆς μας ποὺ δὲν ἀναφέρθηκαν, καθιστοῦν τὴν συγκρότηση χριστιανικῆς ταυτότητας μία ὑπόθεση ἀρκετὰ δύσκολη καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς νέους ἀνθρώπους ποὺ μεγαλώνουν σὲ μία ἀτμόσφαιρα ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἀντίστοιχη παραδοσιακή.
Καλούμαστε ὡς χριστιανοὶ νὰ ζήσουμε σὲ ἕναν κόσμο ὅπου μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο ὅλα μᾶς καλοῦν νὰ ξεχάσουμε τὴν ταυτότητά μας ὡς χριστιανῶν.
Ἀσφαλῶς κανεὶς σήμερα δὲν ἀπαιτεῖ νὰ διαγράψουμε τὴ χριστιανική μας ταυτότητα μὲ τὸ ζόρι, ἀλλὰ ὁ τρόπος γενικὰ τῆς ζωῆς εἶναι τέτοιος ποὺ ἡ χριστιανικὴ ταυτότητα, στὸ ποσοστὸ ποὺ ὑπάρχει, εἶναι δύσκολο νὰ ξεδιπλωθεῖ καὶ νὰ καρποφορήσει. Στὴν παραδοσιακὴ κοινωνία ἡ χριστιανικὴ ἰδιότητα ἦταν ἡ μόνη ποὺ ὑπῆρχε καὶ ἦταν κοινωνικὰ ἀποδεκτή. Τὸ δύσκολο στὴν παλιὰ ἐποχὴ ἦταν νὰ μὴν εἶναι κανεὶς χριστιανός. Σήμερα ἐνῷ δὲν ἀπαγορεύεται νὰ εἶναι κανεὶς χριστιανὸς σὲ καμία περίπτωση δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐνδείκνυται κιόλας γιὰ τὴ συγκρότηση μιᾶς ταυτότητας κοινωνικὰ ἀποδεκτῆς. Ἐκεῖνο ποὺ προβάλλεται περισσότερο εἶναι ἡ λεγόμενη αὐτοπραγμάτωση. Ἡ δυνατότητα τοῦ μοντέρνου ἀνθρώπου νὰ υἱοθετεῖ τρόπους συμπεριφορᾶς ποὺ ὑπαγορεύει ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του καὶ ὄχι ἡ εὐρύτερη κοινωνία εἶναι αὐτὸ ποὺ κυριαρχεῖ. Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸν μοντέρνο ἄνθρωπο δὲν βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ μέσα του.
Γι’ αὐτὸ ἀκοῦμε συχνὰ νὰ λέγεται “κάνω τὸ δικό μου” ἢ “κάνω αὐτὸ ποὺ μοῦ ἀρέσει”.
Ἡ ταυτότητα τοῦ χριστιανοῦ ὅμως δὲν μπορεῖ σὲ καμία περίπτωση νὰ συγκροτηθεῖ μὲ αὐτὸ
τὸν τρόπο. Καὶ τοῦτο γιατί, ἐνῷ στὴν πρώτη περίπτωση ὅλα ὅσα ἐπιλέγει ἕνας ἄνθρωπος νὰ πραγματώσει στὴ ζωή του, μὲ μόνο κριτήριο τὴ δική του θέληση καὶ ἐπιλογή, εἶναι ἐξίσου σημαντικά, στὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ ἡ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ συγκεκριμένου τρόπου ζωῆς ποὺ δὲν προέρχεται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν χριστιανικὴ κοινότητα καὶ ἡ ἀπόρριψη ἄλλων στάσεων ὡς κατώτερων ἢ ἠθικὰ ἀπορριπτέων εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν συγκροτεῖ ὡς χριστιανό.
Ὁ χριστιανὸς αὐτὸ ποὺ ἐπιλέγει δὲν τὸ θεωρεῖ ἴσης ἀξίας μεταξὺ ὅλων τῶν ὑπολοίπων ποὺ
ἀπορρίπτει, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἐπιλέγει ὡς στάση ζωῆς τὸ θεωρεῖ ἀσύγκριτα ἀνώτερο ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀπαρνεῖται. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ τὰ ἀπαρνεῖται. Πρόκειται γιὰ μία σαφὴ διάκριση μεταξὺ σημαντικῶν καὶ ἀσήμαντων ζητημάτων. Κάτι ποὺ δὲν ἰσχύει γιὰ τοὺς περισσότερους σημερινοὺς ἀνθρώπους. Ὅλα τὰ ζητήματα γι’ αὐτοὺς εἶναι ἐξίσου σημαντικά. Ἐκεῖνο ποὺ μένει εἶναι νὰ ἐπιλέξει κάποια ἀπὸ αὐτά. Μάλιστα αὐτὸ ποὺ τελικὰ ἐπιλέγει ὁ χριστιανὸς δὲν εἶναι πάντοτε αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος στοχαζόμενος κατανοεῖ ἀμέσως ὡς ἀνώτερο, ἀλλὰ τὸ ἐπιλέγει ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸ θέλει καὶ τοῦ τὸ προτείνει ὡς τὴ μόνη ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀλήθεια καὶ τὴ Ζωή. Οἱ ἄλλοι δὲ τρόποι ζωῆς ποὺ ἀπορρίφθηκαν ὡς κατώτεροι ἢ ἀπαράδεκτοι σωστὰ ἀπορρίφθηκαν γιατὶ ὁδηγοῦν τὸ δίχως ἄλλο στὴν ἀπώλεια. Ἀκόμη κι ἂν αὐτὰ δὲν γίνονται ἀμέσως κατανοητὰ ἢ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα θεωρητικῆς ἀπόδειξης, ὁ πιστὸς προχωρᾶ στὴν ἐφαρμογή τους, ἀφοῦ κατεξοχὴν ἡ πράξη εἶναι αὐτὴ ποὺ ὁδηγεῖ στὴ γνώση καὶ τὴν κατανόηση καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετο ὅπως ὁ μοντέρνος ἄνθρωπος ἀπαιτεῖ γιὰ νὰ προχωρήσει σὲ ὁποιαδήποτε πράξη ἢ νὰ πάρει κάποια ἀπόφαση.
Ὁ τρόπος τῆς χριστιανικῆς ζωῆς λοιπὸν εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ διαλόγου μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἀνθρώπου καὶ χριστιανικῆς κοινότητας. Ἐδῶ δὲν ἀποφασίζει μόνος του ὁ χριστιανὸς νὰ ἐπιλέξει ὅποιο τρόπο ζωῆς ἐπιθυμεῖ βαπτίζοντάς τον χριστιανικό, ἀλλὰ ὑπακούει ἐλεύθερα σ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ποὺ βλέπει δίπλα του στὴν χριστιανικὴ κοινότητα. Ἡ στάση αὐτὴ ἐνῷ ἀνοίγει τὴν ἀνθρώπινη ζωὴ πρὸς τὸ ἄπειρο τοῦ Θεοῦ, φαίνεται σὰν κλειστὴ ἀπὸ ἄποψη δυνατοτήτων καὶ ἀλλαγῶν, κάτι ποὺ δυσκολεύει εἰδικὰ τὸν σημερινὸ νέο νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ.
Ἡ ζωὴ ποὺ προτείνεται σὲ αὐτὸν εἶναι μία ζωὴ γεμάτη ἐκπλήξεις καὶ ἀναπάντεχες ἀλλαγές, μιὰ ζωὴ ἀπὸ ἄπειρες δυνατότητες ὅπου ἡ μετάνοια γιὰ ὅσα κάθε φορὰ ἀφήνουμε πίσω μας εἶναι ἔννοια ἀπαγορευμένη. Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ ὅμως καλεῖται νὰ εἶναι μία συνέχεια, μιὰ συνεχὴς προσωπικὴ ἀφήγηση μὲ ἀρχὴ τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τέλος τὴ συνάντηση μαζί του. Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ πλαισίου ἡ ζωὴ τῶν ἑτερόκλητων ἐπιθυμιῶν καὶ ἀποφάσεων, ἡ ζωὴ δηλαδὴ ποὺ προτείνεται στὸν σημερινὸ νέο, δὲν βρίσκει καμιὰ θέση.
Τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἐνῷ τὸν γνωρίζουμε θεωρητικὰ δὲν φαίνεται νὰ τὸν βλέπουμε γύρω μας, στὴ δουλειά μας, στοὺς ἐξωτερικοὺς χώρους, στὶς παρέες μας, καμιὰ φορὰ οὔτε στὶς ἐνορίες ὅπου ὑπάρχει ἀσφαλῶς μιὰ θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ καὶ ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ ὄχι τόσο ἔντονη ἡ ζωὴ τῆς χριστιανικῆς ἁγιότητας γιὰ τὴν ὁποία διαβάζουμε στὰ βιβλία ἀλλὰ δὲν τὴ βλέπουμε γύρω μας. Εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο, ὄχι ἀκατόρθωτο ἀσφαλῶς, νὰ οἰκοδομηθεῖ μία νεανικὴ χριστιανικὴ ταυτότητα, ὑπὸ τὶς συνθῆκες αὐτὲς τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κάθε εἴδους ταυτότητα, πόσο μᾶλλον ἡ χριστιανική, χαρακτηρίζεται ὡς ἀδυναμία στὴν προσπάθεια γιὰ τὴν αὐτοπραγμάτωση καὶ τὴν ἀπόλαυση τῆς ζωῆς καὶ ὅπου ὁ χριστιανισμὸς εἶναι στὶς συνειδήσεις τῶν περισσοτέρων περιθωριοποιημένος ὅσο ποτέ.

Γεώργιος Μπάρλας

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Δεν μ’ αγαπάς…
Του Ιάκωβου Ποθητού

Πόσες φορές αλήθεια δεν έχουμε ακούσει αυτή τη λέξη;
Τη λέει το παιδί όταν το μαλώσουν οι γονείς του ή δεν του ικανοποιούν κάποια επιθυμία. Το λέει ο σύντροφος στο ταίρι του όταν αντιλαμβάνεται ή όταν νομίζει ότι έπαψε πια να του προσφέρει, όσα του έδινε πριν.
Και στην μεν πρώτη περίπτωση έχουμε μια παιδική αντίδραση, έναν άγουρο εγωισμό, που χρησιμοποιεί αυτή τη φράση όχι γιατί πιστεύει ότι οι γονείς του δεν το αγαπούν αλλά για να πετύχει εκβιαστικά τον σκοπό του, χτυπώντας στις πιο ευαίσθητες χορδές των γονιών του. Στη δεύτερη όμως περίπτωση υπάρχουν δύο εκδοχές. Ή πράγματι η διαπίστωση αυτή είναι αληθινή ή έχουμε εκτιμήσει λανθασμένα τι πρέπει και τι μπορεί να μας δώσει ο άλλος. Και στη διαπίστωση ότι ο άλλος δεν μας αγαπά, δεν νοιάζεται για το τι νοιώθουμε εμείς για εκείνον ή είμαστε αδιάφοροι γι’ αυτόν, η λύση και ο τρόπος αντιμετώπισής του είναι εύκολος. Δύσκολο είναι να έχουμε σαν μέτρο τις επιθυμίες μας και τον άλλο σαν το μέσον που θα τις ικανοποιήσει. Έτσι, εύκολα λέμε “Δεν μ’ αγαπάς” στον σύντροφό μας όταν αυτός δεν ικανοποιεί κάποια επιθυμία μας, όταν συζητά με άλλους και δεν κάθεται δίπλα μας, να μας κοιτά στα μάτια, όταν δεν μπορούμε να τον κατευθύνουμε για να ικανοποιήσουμε τον εγωισμό μας.

Δεν μ’ αγαπάς!!!
Αλήθεια, έχουμε αναρωτηθεί τι σημαίνει «αγαπώ»; Έχουμε εμβαθύνει ποιοι άνθρωποι μας αρέσουν; Σήμερα, στην εποχή του καταναλωτισμού, έπαψε να υπάρχει το κριτήριο, η απαραίτητη αυτή πνευματική διεργασία, που βοηθά τον άνθρωπο να διακρίνει το καλό αυτό από το κακό, το σωστό από το λάθος.
Έτσι, για τη δημιουργία σχέσεων, είτε φιλικών, είτε συζυγικών, πολλοί προσφεύγουν σ’ αυτούς που έχουν εκδηλώσει φιλικά ή ερωτικά συναισθήματα, αποφεύγοντας να εμβαθύνουν τι πραγματικά επιζητεί ο άλλος από τη σχέση τους. Με δεδομένο όμως την επιθυμία του άλλου για τη δημιουργία της σχέσης, χτίζεται στον ψυχισμό του ανώριμου ανθρώπου το βάθρο του επικυρίαρχου, του κατακτητή, κι εκεί τοποθετούν τον εαυτό τους, περιμένοντας από τους άλλους να είναι πειθήνια όργανά τους, έτοιμοι να υπακούσουν στα προστάγματά τους.
Δεν μ’ αγαπάς!!!
Θλιβερή διαπίστωση και συγχρόνως μεγάλη απογοήτευση γι’ αυτόν που διαπιστώνει την έλλειψη αγάπης από κάποιον που πίστευε και ήθελε να τον αγαπά. Κι η απογοήτευση είναι μεγαλύτερη αν για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα είχε σχέσεις μαζί του ταξιδεύοντας σε παραμυθένιους τόπους, μέσα σε ψεύτικες υποσχέσεις. Νοιώθει θύμα, προϊόν εκμετάλλευσης, λερωμένος από την βρώμα της ψευτιάς του.
Πόσα αλήθεια διαζύγια εκδίδονται σήμερα και μάλιστα τα περισσότερα εξ αυτών “κοινή συναινέσει”; Πώς ένα ζευγάρι, που ξεκινά μια καινούργια ζωή, γεμάτη όνειρα κι ελπίδες γκρεμίζει την σχέση του με την απλή φράση “δεν ταιριάζουμε”;
Και μετά τον γάμο ανακάλυψαν ότι δεν ταιριάζουν; Ότι δεν μπορεί ο ένας να δεχθεί τα ελαττώματα του άλλου;
Αξίζουν πράγματι τον θαυμασμό μας οι άνθρωποι εκείνοι που καταφέρνουν μέσα από τρικυμίες, μέσα από σκληρά χτυπήματα της μοίρας, με φτώχεια και δυστυχία, να ζουν αγαπημένοι, ο ένας για τον άλλον. Να κοιτάζονται στα μάτια γεμάτοι αγάπη, δίνοντας ο ένας κουράγιο στον άλλο.
Ας γυρίσουμε το βλέμμα μας σ’ αυτούς κι ας μαθητεύσουμε τον αρμονικό τρόπο ζωής τους. Ούτε ο θάνατος, ούτε η αρρώστια, ούτε η έλλειψη χρημάτων τους λύγισε, τους έκανε ν’ απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλον ώστε να φτάσουν στο σημείο να πουν: “Δεν μ’ αγαπάς!”.
Η προσφυγή στο διαζύγιο – εκτός από ορισμένες ειδικές περιπτώσεις – είναι λιποταξία. Κι αυτοί που κοινή συναινέσει διαλύουν τις σχέσεις τους είναι κι οι δυο λιποτάκτες. Αν μάλιστα έχουν και παιδιά, δημιουργούν με την λιποταξία τους και θύματα. Θύματα όχι απ’ αυτά που πέφτουν νεκρά, χτυπημένα θανάσιμα από βόλι, αλλά ζωντανά ναυάγια, γεμάτα πληγές και πίκρες, που θα βασανίζονται σ’ όλη τους την ζωή.

Δεν μ’ αγαπάς!!!
Η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας κι ο άνθρωπος παίζει σ’ αυτήν δύο ρόλους: του θεατή και του αγωνιστή. Αν δεν μπει στην θέση του θεατή, θα χάσει την ομορφιά της θέας του ανθρώπινου στίβου της ζωής και δεν θα νοιώσει ποτέ τα συναισθήματα της παρηγοριάς, της συμπάθειας, του ενθουσιασμού, της καρτερίας. Αν πάλι δεν γίνει αγωνιστής, μαχητής ποτέ δεν θα νοιώσει την γλυκειά γεύση της επιτυχίας, την εμπειρία της απογοήτευσης, τον πόνο του χτυπήματος και την χαρά της επιδοκιμασίας.
Η ολοκλήρωση του ανθρώπου γίνεται μέσα από θέσεις που ο ίδιος διαλέγει για τον εαυτό του. Η θέση μόνο του θεατή ποτέ δεν θα τον κάνει να νοιώσει δυνατός, σίγουρος. Η θέση μόνο του αγωνιστή ποτέ δεν θα τον κάνει να νοιώσει συμπόνια, φιλευσπλαχνία, αγάπη για τους άλλους. Μόνο αν παίξει και τους δύο ρόλους θα νοιώσει την πλήρη ολοκλήρωση.
Σήμερα ο άνθρωπος αγωνίζεται, πολεμά για κόμματα, ομάδες, ιδεολογίες και δεν αγωνίζεται για την αγάπη.
Δέχεται χτυπήματα, εξευτελισμούς, ταπεινώσεις για τα ιδεολογικά του πιστεύω και δεν αντέχει ένα χτύπημα που θα πέσει στην οικογένειά του, στο σπίτι του.
Αυτός ο αλύγιστος διαδηλωτής, ο φανατικός οπαδός, ο αναρχικός συνδικαλιστής, γίνεται πιο δειλός από τους δειλούς μπροστά στο βάρος των οικογενειακών προβλημάτων.
Γιατί άραγε δεν μπορεί ν’ αγωνισθεί;
Μήπως δεν θέλει;
Ή μήπως έχει πει στον σύντροφό του “Δεν μ’ αγαπάς” και νοιώθοντας την έλλειψη της αγάπης δεν έχει την δύναμη ν’ αγωνισθεί, ακόμα και για να ξανακερδίσει ό,τι έχασε;
Ας σκεφθούμε πρώτα καλά τις συνέπειες των λόγων μας πριν πούμε πάλι στον σύντροφό μας:
Δεν μ’ αγαπάς…

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ)




ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Εκκλησία μας προσκαλεί σήμερα να προσκυνήσουμε τον Τίμιο και ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Σταυρός μας θυμίζει το πάθος του Κυρίου, απ' όπου παίρνουμε θάρρος και δύναμη να συνεχίσουμε τον αγώνα, ώστε μέσα μας να ζωντανέψει η ελπίδα της Αναστάσεως. Όπως ο Κύριος, έτσι και εμείς, από τον πόνο και τη θλίψη του Σταυρού φτάνουμε στη χαρά της Αναστάσεως. Το σημερινό Ευαγγέλιο είναι το ίδιο που διαβάσαμε και την Κυριακή μετά από τη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού.


«Είπεν ο Κύριος- όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι. Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν, ός δ' αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν, όταν έλθη εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων. Και έλεγεν αυτοίς· αμήν λέγω υμίν ότι εισί τίνες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει».



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Είπε ο Κύριος· όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθεί. Όποιος θέλει να σώσει την ψυχή (ζωή) του, πρέπει να τη θυσιάσει· όποιος δε θυσιάζει την ψυχή (ζωή) του για μένα και το Ευαγγέλιο, αυτός θα τη διασώσει. Γιατί τι μπορεί να ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο, αλλά χάσει την ψυχή(ζωή) του; ή τι αντάλλαγμα μπορεί να δώσει ο άνθρωπος για την ψυχή του; Όποιος ντραπεί για μένα και για τους λόγους μου μπροστά σ' αυτή τη γενεά την άπιστη και την αμαρτωλό, τότε και ο υιός του ανθρώπου θα ντραπεί γι' αυτόν, όταν θα έρθει στη δόξα του πατέρα του μαζί με τους αγίους αγγέλους. Και έλεγε ο Ιησούς στο λαό και στους μαθητές του· σας βεβαιώνω πως είναι κάποιοι απ' εκείνους που στέκουν εδώ, που δε θα δοκιμάσουν θάνατο, ώσπου να δουν τη βασιλεία του Θεού να έχει απλωθεί σ' όλη τη γη.
1. Όταν ο Χριστός καλεί τους ανθρώπους να τον ακολουθήσουν, λέγει: «όστις θέλει...». Δηλαδή δε βιάζει και δεν εξαναγκάζει κανένα. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ελεύθερος. Αυτό όμως θα πει ότι πρέπει με τη θέληση του να ακολουθήσει τον ορθό δρόμο για να πραγματοποιήσει το θείο προορισμό του πάνω στη γη. Ο Χριστός καλεί τον καθένα μας από την πιο μικρή του ηλικία να σηκώσει το σταυρό του. Τι θα πει όμως σταυρός; Ο σταυρός είναι το μοναδικό υπόδειγμα της αγάπης και της θυσίας του Κυρίου για μας τους ανθρώπους. Ο παντοκράτορας Κύριος μας προσφέρει πάντα την αγάπη του στον κόσμο και τους ανθρώπους. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης υπογραμμίζει την άπειρη αγάπη του Θεού για τον κόσμο, όταν σημειώνει: «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε θυσίασε τον Υιό του το Μονογενή, για να μη χάνεται ο καθένας που πιστεύει σ' αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή» (Ιωάννη κεφ. γ' στίχος 16).
2. Τέτοια αγάπη πρέπει να προσφέρουμε και εμείς στους άλλους ανθρώπους. Πολλές φορές ίσως χρειαστεί να δώσουμε και αυτή τη ζωή μας για την αγάπη του Θεού και το καλό των άλλων ανθρώπων. Εδώ η αγάπη συνδέεται με τη θυσία. Είναι αυτό που βλέπουμε στην αγάπη της μητέρας για το παιδί. Η μητέρα προσφέρει ολόκληρη τη ζωή της για το καλό και την προκοπή του παιδιού. Δεν υπολογίζει καμιά θυσία και κανένα κίνδυνο. Η μητέρα είναι το υπόδειγμα της θυσίας για το παιδί της. Γι' αυτό και ο Θεός μας καλεί με την πέμπτη εντολή να σεβόμαστε και να αγαπάμε τους γονείς μας, που με την αγάπη και τη στοργή μας φανερώνουν την αγάπη και την πρόνοια του Θεού για όλον τον κόσμο και τους ανθρώπους.
3. Για να αγαπάς όμως τους άλλους, πρέπει να παραμερίζεις τον εγωισμό σου. Η αμαρτία αυτό το κακό μας κάνει. Σπάζει την αγάπη και στη θέση της βάζει τον εγωισμό. Ο εγωιστής προσπαθεί με κάθε τρόπο να ενδιαφέρεται και να φροντίζει μόνο τον εαυτό του. Αυτόν τον εγωισμό πρέπει οπωσδήποτε να τον απαρνηθούμε. Μας το λέγει ο Κύριος στο σημερινό Ευαγγέλιο.
Η απάρνηση του εγωισμού είναι ο μεγαλύτερος σταυρός, που έχουμε να σηκώσουμε στη ζωή μας.
4. Από τη μικρή ηλικία πρέπει να μάθουμε να θυσιάζουμε τον εγωισμό μας. Να μην κρατάμε το καθετί μόνο για τον εαυτό μας, αλλά να το προσφέρουμε και στους άλλους (στα αδέλφια, στους συμμαθητές, στους φίλους, στους γνωστούς και στον καθένα άνθρωπο). Η θυσία του εγωισμού είναι αρκετά δύσκολη. Όμως είναι ο μοναδικός δρόμος για να βρούμε την αληθινή και την αιώνια ζωή. Αυτό μας βεβαιώνει ο Κύριος στην συνέχεια της σημερινής περικοπής μας. Για να κερδίσουμε, λέγει, την αληθινή ζωή, πρέπει να θυσιάζουμε πολλά πράγματα από τον εαυτό μας και να δίνουμε συνεχώς την αγάπη μας στο Θεό και τους άλλους ανθρώπους. Αν όμως αρνηθούμε κάτι τέτοιο, τότε δε θα ωφεληθούμε σε τίποτε. Μπορεί να κερδίσουμε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά θα έχουμε αρνηθεί την αγάπη και τη θυσία. Δηλαδή τον ίδιο το Θεό, που μας χαρίζει την αληθινή ζωή και τα πάντα.

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Παναγία Μητέρα όλων


Αν δεν ήσουν Εσύ, τι θα ήταν αλήθεια η ζωή μας ; …


Εσύ ! Η πιο μεγάλη μας χαρά, η πρώτη χαρά του κόσμου όλου. Η πρώτη!


Αν δεν ήσουν Εσύ, Παναγία μας, ποια θα είχαμε Μάνα τέτοιας αγάπης εμείς;


Ποια χαρά θα μπορούσε να νιώσει η καρδιά μας ; …


Ποια αγκαλιά θα μας έκλεινε στοργική στις μεγάλες και κρίσιμες ώρες των πόνων;


Και ποιο χέρι απαλό με γλυκύτατο χάδι θα σκούπιζε ανάλαφρο των ματιών μας το δάκρυ;


Αν δεν ήσουν Εσύ, Παναγία, αν δεν ήσουν Εσύ, η χαρά των αγγέλων,
η γλυκειά χαρμονή, η στοργή και η ελπίδα και το φως στην ασέληνη νύχτα,
στο πυκνότατο σκότος των πολλών πειρασμών της θλιμμένης ζωής μας ; …


Αν δεν ήσουν Εσύ, οδηγός των βημάτων μας, ασταθών και τρεμάμενων,
οδηγός προς Εκείνον που είναι η ζωή και η μόνη ατελείωτη κι αιώνια χαρά μας,
τον Υιό και Θεό σου, και δικό μας Σωτήρα ; …
Αν δεν ήσουν Εσύ…


Αλλά είσαι ! Είσαι Εσύ! Η γλυκειά μας Μητέρα !


Καθημερινά στη ζωή μας .


Εσύ ! Η χαρά μας !


Έλα πάλι, σκύψε με την τόση σου αγάπη σου , ζέστανε τη ψυχή μας ,
και κάνε μας έτοιμους, κράτησέ μας κοντά σου , στη ζεστή αγκαλιά σου .


Αλλά και τότε, στον καιρό της εξόδου μας, κράτησέ μας κοντά Σου,
για να ‘μαστε πάντα μες στο φως και τη δόξα του δικού σου Υιού,
του απείρου Θεού μας, Του Πλάστη και Του Δημιουργού μας .