Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Οι απόστολοι και μαθητές του Κυρίου υπήρξαν συνεχιστές του σωτηριώδους έργου του Χριστού και άλλαξαν ουσιαστικά τη μορφή του κόσμου. Χάρη στο δικό τους αίμα και τιτάνιο αγώνα θεμελιώθηκε η  Εκκλησία μέσα σε ένα εξαιρετικά εχθρικό περιβάλλον για τους τότε χριστιανούς.
Η λέξη «μαθητής» αναφέρεται σε κάποιον που «μαθαίνει» ή «ακολουθεί». Η λέξη «απόστολος» αναφέρεται σε «κάποιον που στέλνεται». Όταν ο Ιησούς ήταν στη γη, οι δώδεκα ονομάζονταν μαθητές. Οι δώδεκα μαθητές ακολουθούσαν τον Ιησού Χριστό, μάθαιναν από Αυτόν, και εκπαιδεύονταν από Αυτόν. Μετά την ανάσταση του Ιησού και την ανάληψη, ο Ιησούς έστειλε τους μαθητές έξω (Ματθ. 28,18-20, Πράξ. 1,8) για να είναι μάρτυρές Του. Τότε αναφέρονταν ως οι δώδεκα απόστολοι.
          Οι πρώτοι δώδεκα μαθητές / απόστολοι είναι καταγεγραμμένοι στο κατά Ματθαίον 10,2-4: «Τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Ιησού είναι τα εξής: Πρώτος ο Σίμων, που λέγεται Πέτρος, κι ο αδερφός του ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος, γιος του Ζεβεδαίου, κι ο αδερφός του ο Ιωάννης, ο Φίλιππος κι ο Βαρθολομαίος, ο Θωμάς κι ο Ματθαίος ο τελώνης, ο Ιάκωβος, γιος του Αλφαίου, και ο Λεββαίος, που επονομάστηκε Θαδδαίος, ο Σίμων ο Κανανίτης κι ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, αυτός που τον πρόδωσε». Η Αγία Γραφή αναφέρει επίσης τα ονόματα των δώδεκα μαθητών / αποστόλων στο Κατά Μάρκον 3,16-19 και στο Κατά Λουκά 6,13-16. Στη σύγκριση των τριών περικοπών, υπάρχουν μερικές ελάχιστες διαφορές στα ονόματα. Φαίνεται πως ο Θαδδαίος ήταν επίσης γνωστός ως «Ιούδας, γιος του Ιακώβου» (Λουκ. 6,16) και ο Λεββαίος  (Ματθ. 10,3). Ο Σίμων ο Ζηλωτής ήταν επίσης γνωστός ως Σίμων ο Κανανίτης (Μάρκ. 3,18). Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, που πρόδωσε τον Ιησού, αντικαταστάθηκε από τον Ματθία (Πράξ. 1,20-26).
Κατά την εκλογή των μαθητών Του, ο Κύριος σταμάτησε στον αριθμό δώδεκα, γιατί όπως οι δώδεκα υιοί του Ιακώβ, οι δώδεκα Πατριάρχες, θεωρούνται οι αρχηγοί των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, δηλαδή όλου του Ιουδαϊσμού, έτσι και οι Δώδεκα αυτοί πρώτοι μαθητές του Κυρίου, έγιναν οι πνευματικοί αρχηγοί του νέου Ισραήλ, δηλαδή του Χριστιανισμού. Αλλά και διότι τα δώδεκα κουδουνάκια στο κάτω μέρος του χιτώνα του Αρχιερέως Ααρών που κουδούνιζαν, όταν βημάτιζε στη Σκηνή, δήλωναν τους δώδεκα Αποστόλους, που ήχησαν και  κήρυξαν σε ολόκληρη την οικουμένη το Ευαγγέλιο της απολυτρώσεως. Γι΄ αυτό και ο Ωσηέ προφήτευσε ότι δώδεκα δρύες θα ακολουθήσουν τον Θεό που θα φανεί στη γη.
          Οι δώδεκα μαθητές / απόστολοι ήταν συνηθισμένοι άντρες που τους χρησιμοποίησε ο Θεός με έναν ασυνήθιστο τρόπο. Ανάμεσα στους δώδεκα ήταν ψαράδες, ένας τελώνης, και ένας επαναστάτης. Η Αγία Γραφή καταγράφει τις συνεχείς αποτυχίες, δυσκολίες, και αμφιβολίες αυτών των δώδεκα αντρών που ακολούθησαν τον Ιησού Χριστό. Αφού είδαν την ανάσταση του Ιησού και την ανάληψή Του στον Ουρανό, το Άγιο Πνεύμα μεταμόρφωσε τους μαθητές / αποστόλους σε δυνατούς άντρες του Θεού που «αναστάτωσαν την οικουμένη» (Πράξ. 17,6).
Πρώτος Απόστολος είναι ο Πέτρος, ο κορυφαίος των Αποστόλων. Ο Απόστολος Πέτρος ήταν Ιουδαίος και ονομαζόταν Σίμων. Έζησε σε αφάνταστη φτώχεια, όμως έζησε σε περιβάλλον ευσέβειας. Γράμματα έμαθε ελάχιστα, προφανώς γνώριζε μόνο ανάγνωση και γραφή. Μετά το θάνατο του πατέρα του ο Πέτρος νυμφεύτηκε την κόρη κάποιου Αριστοβούλου. Έμενε στο σπίτι του πεθερού του στην Καπερναούμ και ασκούσε μαζί με τον αδελφό του τον Ανδρέα το επάγγελμα του ψαρά στη λίμνη της Γενισαρέτ. Ο Πέτρος, μαζί με τον αδελφό του τον Ανδρέα,  με το κάλεσμα του Κυρίου μετατρέπονται σε «αλιείς ανθρώπων» (Μτθ. 4,20). Αυτό τον Απόστολο μακάρισε ο Κύριος και τον ονόμασε Πέτρο, ενώ την πίστη του αποκάλεσε πέτρα πάνω στην οποία αποφάσισε να οικοδομήσει την Εκκλησία Του (Μτθ. 16,17-18). Ακολούθησε πιστά τον Χριστό καθόλη την τριετή δράση Του. Την ώρα της σύλληψής Του αντέδρασε βίαια, βγάζοντας το μαχαίρι του και κόβοντας το αυτί του δούλου του αρχιερέα. Τον ακολούθησε επίσης γεμάτος αγωνία στο ανίερο δικαστήριο του ιουδαϊκού ιερατείου, παρ΄ όλο ότι σε μια στιγμή αδυναμίας και φόβου Τον αρνήθηκε τρεις φορές, έστω και λεκτικά και γι΄ αυτό μετάνιωσε πικρά. (Μτθ.26,69-75). Αξιώθηκε να δει από τους πρώτους το κενοτάφειο και να διαπιστώσει την Ανάσταση του Χριστού. Το φλογερό του κήρυγμα την μέρα της Πεντηκοστής οδήγησε στην ίδρυση της ιστορικής επίγειας Εκκλησίας του Χριστού. Για όλη τη δράση του διώχτηκε σκληρά από τους ομοφύλους του. Περιόδευσε στην Αντιόχεια, στην Γαλατία, στην Καππαδοκία, στην Βιθυνία, στον Πόντο και στην Ελλάδα. Κατά την παράδοση, ο Απόστολος Πέτρος μαρτύρησε στη Ρώμη.
Δεύτερος είναι ο Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος. Ο Ανδρέας ήταν αδελφός του Σίμωνα Πέτρου. Υπήρξε νωρίτερα μαθητής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, αλλά με την προτροπή του Αγίου μαθήτευσε πλέον στον Κύριο. Ο Ανδρέας μαζί με τον αδελφό του τον Πέτρο ήταν οι πρώτοι που κλήθηκαν και ακολούθησαν τον Χριστό. Έτσι ο Ανδρέας αποκαλείται και Πρωτόκλητος. Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, ο Ανδρέας κήρυξε στη Βιθυνία, Εύξεινο Πόντο, Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρο και Αχαΐα. Στην Αχαΐα η διδασκαλία του καρποφόρησε και θεράπευσε μέσω των προσευχών του πολλούς. Θεράπευσε και τη σύζυγο του ανθύπατου Αιγεάτου τη Μαξιμίλλα, που υπέφερε από βαριά αρρώστια. Η Μαξιμίλλα πίστεψε στον Κύριο, γεγονός που εκνεύρισε το σύζυγό της. Ο ανθύπατος συνέλαβε τον Ανδρέα και τον σταύρωσε σε σχήμα Χ.
Τρίτος Απόστολος ο Ιάκωβος γιος του Ζεβεδαίου, και αδελφός του Ιωάννη του Θεολόγου και του Ευαγγελιστή. Ο Ιάκωβος μαζί με τον Πέτρο και τον Ιωάννη βρίσκονταν πλησιέστερα στον Κύριο και επέδειξαν μεγάλο ζήλο ως μαθητές του Κυρίου. Έγιναν μάρτυρες πολλών μεγάλων γεγονότων, που δεν τα βίωσαν οι άλλοι Απόστολοι. Έγιναν αποκλειστικοί μάρτυρες της Μεταμορφώσεως του Κυρίου (Μτθ. 17,1). Είδαν την θαυμαστή ανάσταση της κόρης του αρχισυναγωγού Ιάειρου (Μρκ.5,27). Είχαν την τιμή να προσκληθούν από τον Ιησού κοντά Του κατά τις ώρες της αγωνίας Του στον κήπο της Γεσθημανής (Μρκ. 14,33). Ήταν ο πρώτος από τους Αποστόλους που μαρτύρησε και αποκεφαλίστηκε από τον Ηρώδη Αρρίππα, το 44 μ.Χ (Πραξ.12,2). Σύμφωνα με την παράδοση, όπως μας την μεταφέρει ο Ευσέβιος από τον Κλήμη Αλεξανδρείας, ο κατήγορός του μετεστράφει στο χριστιανισμό και τελικά αποκεφαλίστηκαν και οι δύο μαζί.
Τέταρτος είναι ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής και Θεολόγος, αδελφός του Ιακώβου. Όταν έγινε Απόστολος ο Ιωάννης ήταν 24 χρονών και ήταν ο νεότερος από τους δώδεκα. Ήταν ψαράς και εργαζόταν μαζί με τον αδελφό του τον Ιακώβο και ήταν συνεργάτες με τον Ανδρέα και τον Πέτρο. Ο Ιωάννης όντας μικρότερος από τους υπόλοιπους Αποστόλους ήταν πολύ υπάκουος, αφοσιωμένος και αγαπητός στον Κύριο. Αγαπούσε πολύ τον Διδάσκαλό του και τον ακολούθησε στις πιο δύσκολες ώρες της επίγειας ζωής Του. Μάλιστα όταν οι υπόλοιποι μαθητές ήταν κρυμμένοι «διά τον φόβον των Ιουδαίων» αυτός ήταν παρών, στη σύλληψή Του, στη δίκη Του και στον Γολγοθά, όπου κάτω από τον Σταυρό ο Χριστός του εμπιστεύθηκε την μητέρα Του. Ο Απόστολος τίμησε την επιθυμία του Κυρίου και μέχρι την Κοίμησή της την φρόντιζε ως αληθινή του μητέρα. Ο Ιωάννης ταξίδεψε πολύ, εργαζόταν ακατάπαυστα και αφού έγινε Επίσκοπος των Εκκλησιών της Ασίας, εγκαταστάθηκε στην Έφεσο. Στα χρόνια του Αυτοκράτορα Δομετιανού βασανίστηκε και εξορίστηκε στη Πάτμο, όπου έγραψε την Αποκάλυψη. Κατεύθυνε τον συνεργάτη του, τον Ναθαναήλ, στην συγγραφή του «το κατά Ιωάννη Ευγγέλιο» στην Έφεσο, όταν ήταν ενενήντα εννιά ετών. Από όλους τους δώδεκα αποστόλους, ο Ιωάννης του Ζεβεδαίου, έγινε επιφανής θεολόγος. Πέθανε από φυσικό θάνατο στην Έφεσο το έτος 103 μ.Χ. όταν ήταν 101 ετών.     
Πέμπτος Απόστολος είναι ο Φίλιππος, καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας. Ο Απόστολος Φίλιππος είχε πει στον Ναθαναήλ «Αυτόν που προανάγγειλε ο Μωυσής στο νόμο, και οι προφήτες, τον βρήκαμε∙ είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ» (Ιωαν. 1,46). Η παράδοση αναφέρει ότι ο Φίλιππος κήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους και πέθανε μαρτυρικά στην Ιεράπολη της Συρίας.
Έκτος Απόστολος είναι ο Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ, οι πληροφορίες για τον Απόστολο Βαρθολομαίο από την Καινή Διαθήκη είναι λιγοστές. Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη ο Ναθαναήλ καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας. Το όνομά του Βαρθολομαίος σημαίνει γιος του Θολεμά ή Θολομί. Ο Ιωάννης όμως προτίμησε το Ναθαναήλ, το οποίο στα ελληνικά μεταφράζεται ως ο «Θεός που δίνει». Κατά τον Πάνταινο, ο Βαρθολομαίος κήρυξε το ευαγγέλιο στις Ινδίες, ενώ κατά συριακές παραδόσεις κήρυξε και στη Συρία και την Αρμενία, όπου και μαρτύρησε στην πόλη Arevbanus.
Έβδομος Απόστολος είναι ο Θωμάς που λεγόταν και Δίδυμος, το όνομά του στην αραμαϊκή γλώσσα «Τέομα» σημαίνει δίδυμος. Στο ιερό Ευαγγέλιο δίδεται όντως η προσωνυμία «Δίδυμος» (Ιωαν. 11,16). Ο Θωμάς καταγόταν από την Αντιόχεια, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των μαθητών που ήταν Γαλιλαίοι (Ιωαν. 21,2). Υπήρξε από τους πιο αφοσιωμένους μαθητές, τον οποίο διέκρινε το θάρρος. Όταν οι άλλοι μαθητές προσπαθούσαν να αποτρέψουν το Χριστό να μεταβεί στη Βηθανία να αναστήσει το Λάζαρο, για το φόβο κακοποιήσεώς τους από τους φανατικούς Ιουδαίους, ο Θωμάς αψηφώντας τον κίνδυνο τους είπε: «Ας πάμε κι εμείς, να πεθάνουμε μαζί του» (Ιωαν. 11,16). Ταυτόχρονα υπήρξε σκεπτικιστής και δύσπιστος. Για να πιστέψει στην Ανάσταση του Κυρίου ζήτησε να ψηλαφίσει με τα ίδια του τα χέρια τις πληγές του διδασκάλου του. Μετά την ψηλάφηση ομολόγησε με ενθουσιασμό: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωαν.20,28). Το τέλος της ζωής του υπήρξε μαρτυρικό. Οι φανατικοί ειδωλολάτρες τον σκότωσαν διά λογχισμού.
Όγδοος είναι ο Απόστολος Ματθαίος, ο Τελώνης, το όνομά του είναι συγκεκομμένος τύπος του Ματταθία, που σημαίνει «δώρο Θεού». Καταγόταν από την Γαλιλαία και ήταν γιος του Αλφαίουτου επονομαζόμενου Λευί. Κατοικούσε στην Καπερναούμ και ασκούσε το επάγγελμα του τελώνη, γι΄ αυτό και θεωρείτο σκληρός και απάνθρωπος. Όταν κάποια μέρα περνούσε ο Κύριος από την Καπερναούμ, είδε τον Ματθαίο «να κάθεται στο τελωνείο» του είπε: «Ακολούθησέ με», όπως και έγινε. (Μτθ.9,9). Ύστερα τον κάλεσε στο σπίτι του όπου και του παρέθεσε πλούσιο γεύμα για την τιμή που του έκανε για να του μιλήσει και να τον καλέσει κοντά Του (Λουκ.5,29). Μετά το μεγάλο δείπνο που πρόσφερε στο Χριστό έγινε Απόστολος και Ευαγγελιστής. Το Ευαγγέλιό του το έγραψε στην Αραμαϊκή γλώσσα οχτώ χρόνια μετά την Πεντηκοστή, αργότερα όμως μεταφράστηκε στα ελληνικά. Επίσης κήρυξε με θέρμη στην Παλαιστίνη, στην Αιθιοπία, στην Αραβία, στην Περσία, στην Μηδία και ίσως στην Μακεδονία. Τελικά θανατώθηκε από τους άπιστους διά πυράς, άγνωστο όμως που.
Ένατος είναι ο Ιάκωβος ο υιός του Αλφαίου, αδελφός του Λευί δηλαδή του Ματθαίου. Ο Ιάκωβος, αφού αγωνίστηκε για την αλήθεια του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, έπειτα πήγε και σε άλλες χώρες για να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Εκεί, κατέστρεφε τους βωμούς των ειδώλων και με τη χάρη του Θεού γιάτρευε αρρώστιες και εξεδίωκε τα ακάθαρτα πνεύματα. Γι' αυτό και οι ειδωλολάτρες τον ονόμαζαν θείο σπέρμα. Ο θάνατος πολλές φορές τον πλησίασε, αλλά στη σκέψη του Ιακώβου κυριαρχούσαν ενθαρρυντικά τα λόγια του Κυρίου: «όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί» (Μρκ. 8,34). Εκείνος που θέλει να ακολουθεί σαν γνήσιος μαθητής τον Κύριο, ας απαρνηθεί το διεφθαρμένο από την αμαρτία εαυτό του, και ας πάρει την απόφαση να υποστεί για Εκείνον όχι μόνο θλίψη και δοκιμασία, αλλά ακόμα και θάνατο σταυρικό. Και τότε ας Τον ακολουθεί, μιμούμενος το παράδειγμά Του. Έτσι και ο Ιάκωβος, μιμούμενος το Διδάσκαλο του, υπέστη σταυρικό θάνατο.
Δέκατος Απόστολος είναι ο Σίμων ο Κανανίτης, δηλαδή ο Ζηλωτής. Η λέξη «Καναναίος» είναι χαλδαϊκή και σημαίνει «Ζηλωτής». Πράγματι ο Λουκάς τον προσονομάζει ως «Ζηλωτή» (Λουκ. 6,15). Οι Ζηλωτές ήταν λαϊκοί αγωνιστές, οι οποίοι μάχονταν εναντίον των Ρωμαίων κατακτητών, συχνά όμως εκμεταλλευόμενοι τον απελευθερωτικό αγώνα, καταντούσαν τύραννοι του ίδιου του λαού τους. Δεν γνωρίζουμε αν ο Σίμων ανήκε στη μερίδα των ζηλωτών. Είναι πιθανό να μην είχε καμιά σχέση με τους ζηλωτές και το προσωνύμιο «Ζηλωτής» να σήμαινε τον ένθερμο υποστηρικτή του Κυρίου. Κάποιοι ταυτίζουν τον Σίμωνα με τον νυμφίο του γάμου της Κανά, όπου ο Κύριος έκαμε το πρώτο θαύμα Του, μεταβάλλοντας το νερό σε κρασί (Ιωαν. 2,1-11). Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν τεκμηριώνεται ιστορικά. Κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στη Μαυριτανία και γενικά στην Αφρική. Τελικά μαρτύρισε με σταυρικό θάνατο.
Ενδέκατος Απόστολος είναι ο Ιούδας του Ιακώβου Θαδδαίος ή Λεββαίος, το όνομα του Αποστόλου Θαδδαίου αναφέρεται από τον Ευαγγελιστή Μάρκο (Μαρκ. 3,18). Ο Ματθαίος τον αναφέρει ως Λεββαίο, του οποίου το Θαδδαίος είναι επώνυμο. Οι πληροφορίες γύρω από τον απόστολο αυτό είναι λίγο συγκεχυμένες. Το πιθανότερο ότι ο Ιούδας είναι αδελφός του Ιακώβου του αδελφοθέου και επομένως υιός του Ιωσήφ του μνήστορος. Λεββαίος σημαίνει θαρραλέος και Θαδδαίος στα Αραμαϊκά σημαίνει μεγαλόψυχος. Είναι συγγραφέας της Καθολικής Επιστολής του Ιούδα. Κήρυξε στα μέρη της Εδέσσης στη Μεσοποταμία. Τελικά τον κρέμασαν και τον θανάτωσαν με εκτοξευόμενα βέλη.  
Δωδέκατος Απόστολος είναι ο Ματθίας, στη θέση του προδότη Ιούδα. Μετά την Ανάληψη του Κυρίου οι Απόστολοι αφού πρότειναν δύο από τους Εβδομήκοντα, τον Ιωσήφ και το Ματθία, προσευχήθηκαν στον Κύριο για να τους βοηθήσει να επιλέξουν. Ύστερα έβαλαν κλήρους με τα ονόματά τους και ο κλήρος έπεσε στο Ματθία (Πραξ. 1,23-26). Η Καινή Διαθήκη δεν αναφέρει τίποτα άλλο για τον Απόστολο Ματθία. Κατά πάσα πιθανότητα ανήκε στον ευρύτερο κύκλο των 70 Αποστόλων. Αρχαιότατη εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει πως κήρυξε κατ΄ αρχήν στην Ιουδαία και κατόπιν στην Αιθιοπία, όπου βρήκε μαρτυρικό σταυρικό θάνατο από τους ειδωλολάτρες της χώρας αυτής. Άλλη παράδοση αναφέρει ότι θανατώθηκε στη Σεβαστούπολη και άλλη στην Ιερουσαλήμ. 

Κλείνοντας, πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι Δώδεκα Απόστολοι δεν βαπτίστηκαν διά ύδατος, αλλά την μέρα της Πεντηκοστής, όπως τους είχε πει ο Κύριος. «Μην απομακρυνθείτε από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένετε από τον Πατέρα την εκπλήρωση της υπόσχεσης, για την οποία σας μίλησα∙ ότι, δηλαδή, ενώ ο Ιωάννης βάφτιζε με νερό, εσείς θα βαφτιστείτε σε λίγες μέρες με το Άγιο Πνεύμα» (Πραξ.1, 4-5). Έτσι, το Άγιο Πνεύμα κατά την αγία μέρα της Πεντηκοστής μεταμόρφωσε τους άσημους, δειλούς και αγράμματους ψαράδες σε σοφούς άνδρες, οι οποίοι θα γίνονταν οι συνεχιστές του έργου του Κυρίου. Οι μνήμη τους εορτάζεται μεγαλόπρεπα στις 30 Ιουνίου (Σύναξη των Δώδεκα Αποστόλων).

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Τη μνήμη της Αγίας Ακυλίνης τιμά σήμερα, 13 Ιουνίου, η Εκκλησία μας.

Η Αγία Ακυλίνη, η οποία καταγόταν από οικογένεια αρχοντική και εύπορη της Παλαιστίνης, έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Σε ηλικία μόλις πέντε ετών, βαπτίσθηκε από τον Επίσκοπο Ευθάλιο.
Σ’ αυτό βοήθησε και ο πατέρας της Ευτόλμιος, ο οποίος δημιούργησε και κατάλληλες συνθήκες, ώστε η κόρη του να παραμείνει σταθερή στη χριστιανική πίστη, ενισχύοντας ποικιλοτρόπως το φρόνημά της.
Έτσι σε νεαρή ακόμη ηλικία η Ακυλίνη άρχισε να κηρύττει και να διδάσκει με ζέση, το λόγο του Θεού και συναναστρεφόμενη με θυγατέρες ειδωλολατρών κατόρθωσε να προσελκύσει πολλές εξ αυτών στην ορθόδοξη πίστη. Παράλληλα παροιμιώδης στάθηκε η επίδοσή της σε έργα φιλαλληλίας και φιλανθρωπίας.
Η λαμπρή της αυτή δράση, καταγγέλθηκε στον ανθύπατο Ουλοσιανό, ο οποίος αφού τη συνέλαβε, προσπάθησε με κάθε τρόπο να την αναγκάσει να απαρνηθεί την πίστη της. Η Αγία όμως παρέμεινε ακλόνητη και ορθή και με παρρησία, αν και νεαρό κορίτσι, ομολόγησε την πίστη της στον Ένα και αληθινό Θεό. Εξοργισμένος ο ανθύπατος τη χτύπησε βίαια στο πρόσωπο ώστε η αγία πλημμύρισε από αίματα.
Στη συνέχεια υποβάλλεται σε φρικτά βασανιστήρια και στο τέλος καταντροπιασμένος ο Ουλοσιανός που δεν κατόρθωσε να κάμψει την πίστη ενός αδύναμου κοριτσιού, διέταξε να την αποκεφαλίσουν κατατάσσοντάς την στο «περικείμενον νέφος μαρτύρων και αγίων».
Απολυτίκιο:
Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Παρθένος ακήρατος και αθληφόρος σεμνή εδείχθης τοις πέρασι τη αγαπήσει Χριστού, Ακυλίνα θεόνυμφε, συ γαρ καθάπερ ρόδον νοητόν τεθηλυΐα, επνεύσω εν αθλήσει της αγνείας την χάριν πρεσβεύουσα τω Κυρίω σώζεσθαι άπαντας.