Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΓΙΑ ΑΚΥΛΙΝΑ ἡ ΖΑΓΚΛΙΒΕΡΙΝΗ, 


νεομάρτυς († 27.9.1764) 
27 Σεπτεμβρίου 


῾Η ἁγία ᾿Ακυλίνα εἶναι ἡ δεύτερη γυναίκα νεο­μάρτυς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Λαγκαδᾆ. Νωρίτερα ἀπὸ αὐτὴν εἶχε μαρτυρήσει ἡ ἁγία Κυράννα ποὺ κατα­γόταν ἀπὸ τὴν ῎Οσσα. Καὶ οἱ δύο γυναῖκες μαρτύρησαν σὲ νεαρὴ ἡλι­κία καὶ μάλιστα σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα μεταξύ τους. ῾Η ᾿Ακυλίνα ὅμως σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν Κυράν­να ὁδηγή­θηκε στὸ μαρτύριο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν πατέρα της. 

Οἱ πληροφορίες ποὺ ἀντλοῦμε γιὰ τὸ βίο τῆς ᾿Ακυλί­νας πρὸ τοῦ μαρτυρίου της ἀπὸ τὸ Συναξάριό της εἶναι ἐλά­­­χι­στες. Σ᾿ αὐτὸ τονίζεται κυρίως ἡ σταθερότητα καὶ ἡ ἐμμο­νή της στὴν ἀληθινὴ πίστη, ποὺ τὴν ὁδήγησε τελικὰ στὸ μαρ­­τύριο. 

῾Η ᾿Ακυλίνα καταγόταν ἀπὸ τὸ Ζαγκλιβέρι, χωριὸ τῆς ἐπαρχίας Λαγκαδᾆ, ποὺ ὑπαγόταν στὴν ἐπισκοπὴ ᾿Αρδαμε­ρί­ου. ῾Η οἰκογένειά της ἦταν μιὰ ἁπλὴ χριστιανικὴ οἰκογέ­νεια καὶ πιθανότατα ἡ ᾿Ακυλίνα ἦταν τὸ μοναδικὸ παιδὶ σ᾿ αὐτή, καθὼς στὸ Συναξάριό της δὲν γίνε­ται λόγος γιὰ ἀ­δέλ­φια τῆς νεομάρτυρος. 

Κάποια μέρα ὁ πατέρας τῆς ᾿Ακυλίνας διαπληκτιζόμε­νος μ᾿ ἕναν Τοῦρκο, ἄθελά του τὸν σκότωσε. Τὸν συνέλαβαν λοιπὸν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν πασᾆ τῆς Θεσσαλονίκης μὲ τὴν κατηγορία τοῦ φόνου. ᾿Εκεῖ ὁ πατέρας της ἐμπρὸς στὴν ἀπειλὴ τοῦ θανά­του, ἀποφάσισε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. ῞Οταν συνέβη αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ἡ ᾿Ακυλίνα ἦταν ἀκόμη βρέ­φος. ῾Η μητέρα της ὅμως, ἡ ὁποία παρέμεινε σταθερὴ στὴν ὀρθό­δοξη πίστη, μεγά­λωσε τὴ μικρὴ ᾿Ακυλίνα “ἐν παιδείᾳ καὶ νου­θεσίᾳ Κυρίου” καὶ δὲν ἔπαψε οὔτε στιγμὴ νὰ τὴν προ­ετοιμάζει οὕτως žστε νὰ εἶναι ἕτοιμη νὰ δεχθεῖ ἀκόμη καὶ τὸ μαρτύριο, ἂν χρειαζό­ταν, παρὰ νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Στὸ Συναξάριο τονίζεται ἰδιαί­τερα καὶ ἐπαινεῖται ἡ στάση τῆς μητέρας της, ἡ ὁποία παρέ­βλεψε τὴ φωνὴ τῆς μητρικῆς της καρδιᾆς καὶ δὲν δίστασε ἀκόμη καὶ νὰ προτρέψει τὴν κόρη της στὸ μαρτύριο. 

῎Ετσι ἡ μικρὴ ᾿Ακυλίνα ποὺ μεγάλωνε μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεως ἔγινε στόχος τῶν Τούρκων φίλων τοῦ πατέρα της, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαυσαν οὔτε στιγμὴ νὰ τὸν πιέζουν γιὰ νὰ τὴν πείσει νὰ ἐξωμόσει καὶ αὐτή. ῾Ο πατέρας της, ὁ ὁποῖος πί­στευε ὅτι εὔκολα θὰ τὴν ἔπειθε, τοὺς καθησύχαζε λέγον­τάς τους: “μὴ σᾆς μέλῃ διὰ τὴν θυγατέρα μουÿ αὐτὴ εἶναι εἰς τὸ ἐδικόν μου χέρι, καὶ ὅτε θέλω τὴν τουρκίζω”. 

῞Οταν ὅμως ἡ ᾿Ακυλίνα ἔφτασε σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν καὶ οἱ πιέσεις τῶν Τούρκων ἔγιναν ἀφόρητες, ὁ πατέρας της ἐπα­νέλαβε τὴν προσπάθειά του γιὰ νὰ τὴν πείσει νὰ ἀλλαξο­πι­στήσειÿ ἀλλὰ ἡ ᾿Ακυλίνα ἀνταπάντησε στὴν προ­σπάθεια αὐτὴ τοῦ πατέρα της μὲ τὴ σταθερότητά της. Τοῦ δήλωσε πὼς δὲν ἐπρό­κειτο νὰ προδώσει τὴν πίστη της, ὅπως ἔπραξε ἐκεῖνος ποὺ ἦταν δειλός, ἀλλὰ ὅτι προτιμοῦσε νὰ θυσιάσει ἀκόμη καὶ τὴ ζωή της γι᾿ αὐ­τή. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ περι­στατικό, ἀπογοητευμένος ὁ πατέ­ρας της ἀπὸ τὴν ἀποτυχία του, δή­λωσε στοὺς Τούρκους ὅτι παραιτεῖται πλέον ἀπὸ τὴν προσ­πάθεια νὰ μεταπείσει τὴν κό­ρη του τὴν ὁποία ἄφηνε στὴ διάθεσή τους. 


Τότε οἱ Τοῦρκοι συνέλαβαν τὴν ᾿Ακυλίνα καὶ τὴν ὁδή­­γησαν στὸν κριτή. Καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς πορείας πρὸς τὸ κριτήριο, τὴν ᾿Ακυλίνα συντρόφευε καὶ ἐνθάρρυνε ἡ μη­τέρα της ποὺ προσπαθοῦσε μὲ κάθε τρόπο νὰ τῆς τονώσει τὸ φρό­νημα, ἔτσι žστε νὰ μὴ δειλιάσει μπροστὰ στὰ βασανι­στήρια καὶ νὰ μὴ φοβηθεῖ τὸ μαρτύριο. Μόλις ἔφθασαν στὸ κριτήριο, ἡ μη­τέρα της ποὺ τὴν ἀκολουθοῦσε πιστά, ἀπομα­κρύνθηκε βίαια ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐνῶ ἡ ᾿Ακυλίνα ὁδηγή­θηκε ἐνώπιον τοῦ κριτῆ, ὅπου, μένοντας πιστὴ στὶς νουθε­­σίες τῆς μητέρας της, δήλωσε πὼς ἄδικα προσπαθοῦσαν νὰ τὴν μεταπείσουν καὶ πὼς δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πί­στη της. ῾Ο κριτὴς νομίζοντας ὅτι θὰ τὴν κάμψει βασανί­ζοντάς την, διέταξε νὰ τὴν γυμνώ­σουν γιὰ νὰ τὴν ραβδί­σουν. ῾Η ᾿Ακυλίνα ὅμως ἀντιμετώπισε μὲ τέτοια γενναιότητα τὰ χτυπήματα, žστε οἱ Τοῦρκοι ἀπο­φάσισαν νὰ χρησιμοποιή­σουν κάποιο ἄλλο μέσο γιὰ νὰ ἐπιτύ­χουν τὸ σκοπό τους. Συνέχισαν λοιπὸν τὴν προσπάθεια μὲ ὑπο­σχέ­σεις καὶ κολα­κεῖεςÿ κάποιος μάλιστα Τοῦρ­κος πρού­χοντας, τῆς ὑποσχέθη­κε νὰ τὴν κάνει νύφη του ἂν ὑπέκυπτε στὶς προτάσεις τουςÿ ἀλλὰ οὔτε αὐτὲς οἱ προκλήσεις καὶ τὰ δελεάσματα στάθηκαν ἱκανὰ γιὰ νὰ κλονίσουν τὸ φρόνημα τῆς ᾿Ακυλίνας, γι᾿ αὐτὸ ὁ κριτὴς διέταξε καὶ πάλι νὰ τὴ ραβ­δίσουν, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. ῞Υστερα ἀπ᾿ αὐτό, τὴ ράβδι­σαν γιὰ τρίτη φορά, τόσο ἄγρια, žστε τὴν ἄφησαν μισοπεθα­μένη. 

Σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση τὴν παρέδωσαν σὲ κάποιον χρι­­στιανὸ γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸ σπίτι της, ὅπου ἡ μητέ­ρα της ἐναγωνίως προσευχόταν καὶ περίμενε νὰ μάθει τὰ ἀπο­τε­λέσματα ἀπὸ τὴν σύλληψη τῆς κόρης της. ῞Οταν τὴν ἀντίκρυ­σε σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄθλια κατάσταση τὴν ἀγκάλιασε καὶ τὸ μόνο ποὺ τὴν ρώτησε ἦταν τί ἔκαμε. ῾Η ᾿Ακυλίνα μόλις καὶ μετὰ βίας τῆς ἀπάντησε ὅτι: “καὶ τὶ ἄλλο ἤθελα νὰ κά­μω, ὦ μῆτέρ μου, πάρεξ ἐκεῖνο ὁποὺ μοὶ ἐπαράγ­γειλες; ἰδοὺ κατὰ τὴν συμ­φωνίαν ὁποὺ εἴχαμεν ἐφύλαξα τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεώς μου”, καὶ ἀμέσως παρέδωσε τὸ πνεῦμα της. Μετὰ τὴν κοίμη­σή της τὸ λείψανό της ὅπως καὶ ὅλος ὁ χῶ­ρος τοῦ σπιτιοῦ μέχρι τὸν τόπο ὅπου τὴν ἐνταφίασαν πλημ­μύρισε ἀπὸ μιὰ ἄρ­ρητη εὐωδία. Τὴν ἴδια νύκτα ἕνα οὐράνιο φῶς στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τῆς νεομάρτυρος. 

῞Ενα ἀρκετὰ σοβαρὸ πρόβλημα ὑπάρχει σχετικὰ μὲ τὸν τόπο ἐντα­φια­σμοῦ τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ἁγίας ᾿Ακυλίνας. Κανένας δὲν γνωρίζει ποῦ ἀκριβῶς τάφηκε καὶ ποῦ βρίσκε­ται σήμερα τὸ λείψανό της, ἀφοῦ οὔτε στὸ Συναξάριό της, ἀλλὰ οὔτε καὶ κάπου ἀλλοῦ δὲν σημειώνεται ὁ τόπος ταφῆς της. Κάποια προφο­ρικὴ παράδοση ἀναφέρει ὅτι οἱ Τοῦρκοι διέταξαν νὰ ταφεῖ στὸ τζαμὶ ἔτσι žστε, ἔστω καὶ μετὰ τὸ θάνατό της, νὰ τὴν κάμουν δική τους. Τὴ νύκτα ὅμως ἕνα θεῖο φῶς στάθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὸν τάφο τῆς ἁγίας μέχρις ὅτου ὑποχρέωσε τρεῖς χρι­στιανούς, τὰ ὀνό­ματα τῶν ὁποίων διατηρεῖ ἡ παράδοση, νὰ κλέψουν τὸ λεί­ψανο τῆς ᾿Ακυλί­νας καὶ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν σὲ κάποιο μέ­ρος, τὸ ὁποῖο ὁρκίστη­καν νὰ κρατήσουν μυστικὸ ἀπὸ φόβο μὴ τυχὸν τὸ μάθουν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὸ συλήσουν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ παρέμει­νε ἄγνωστο μέχρι τὶς ἡμέρες μας τὸ μέ­ρος ὅπου θάφτηκε τελικὰ τὸ σῶ­μα τῆς μάρτυρος. 

῾Η μνήμη τῆς ἁγίας ᾿Ακυλίνας τιμᾆται ἀπὸ τὸ 1957 στὶς 27 Σεπτεμβρίου, ἡμέρα τῆς τελειώσεώς της. Μέχρι τότε ἡ ᾿Ακυλίνα ἑορταζόταν στὶς 24 ᾿Απριλίου. Αἰτία αὐτῆς τῆς ἑορ­τολογικῆς μετατοπίσεως ἦταν τὸ ὅτι οἱ κά­τοικοι τοῦ Ζαγ­κλι­βερίου ἤθελαν νὰ συνδέσουν τὶς δύο με­γάλες πανηγύρεις τοῦ χωριοῦ τους, τοῦ ἁγίου Γεωργίου, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου τι­μῶνταν ὁ κεντρικὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ, καὶ τῆς ἁγίας τους. ᾿Απὸ τὸ 1957 ὅμως ἡ ᾿Ακυλίνα ἄρχισε νὰ ἑορτά­ζεται πλέον στὶς 27 Σεπτεμβρίου, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 1984 καὶ μετά, ποὺ συστή­θηκε καὶ δεύτερη ἐνορία στὸ χωριό, τῆς ἁγίας ᾿Ακυλίνας, καὶ ἄρχισε ἡ ἀνοικοδόμηση μεγαλοπρεπέ­στατου ναοῦ πρὸς τιμήν της, ἡ μνήμη της καὶ ἡ ἑορτή της μετατοπίσθηκαν ἐπισήμως τὴν 27η Σε­πτεμβρίου. 

῾Ο Βίος καὶ τὸ Μαρτύριο τῆς παρθενομάρτυρος ᾿Ακυ­λί­νας περιλήφθηκε ἀπὸ τὸν ὅσιο Νικόδημο τὸν ῾Αγιο­ρείτη στὸ ἔργο του Νέον Μαρτυρολόγιον, ἐνῶ ἀργότερα συμπερι­λήφθηκε καὶ σὲ διάφορες ἄλλες ἐκδόσεις ποὺ ἀκολούθησαν μαζὶ μὲ τὴν ᾿Ακολουθία της. 

Σὲ κάποιο χειρόγραφο ποὺ βρέθηκε στὸ ναὸ τοῦ ἁγί­ου Γεωργίου στὸ Ζαγκλιβέρι ὑπάρχει μία
πρόσφατα ἐκδεδο­μένη ᾿Ακολουθία πρὸς τιμὴν τῆς ᾿Ακυλίνας, ποὺ ψαλ­λόταν μέχρι τὸ 1969. ῾Η ᾿Ακολουθία, ὡς κάτοχος τῆς ὁποίας φέ­ρε­ται ὁ μοναχὸς Πολύκαρπος ᾿Αθ. Γιακούδης Παν­τοκρατορι­νὸς καὶ τῆς ὁποίας ὁ συνθέτης εἶναι ἄγνωστος, περιλαμβά­νει τὴν ᾿Ακολου­θία τοῦ ῾Εσπερινοῦ, τοῦ ῎Ορθρου, τὴ Λειτουρ­γία, τὸ Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῆς ῾Αγίας. Τὸ Σε­πτέμβριο τοῦ 1969 ὁ ὑμνογρά­φος τῆς Μεγάλης τοῦ Χρι­στοῦ ᾿Εκκλησίας, Γεράσιμος ὁ Μι­κραγιαννανίτης, συνέθεσε ᾿Ακολουθία πρὸς τιμήν της, ἡ ὁποία ψάλλεται ἀπὸ τότε στὴν ἑορτὴ τῆς ἁγί­ας. Μέχρι σήμερα ἀκο­λού­θησαν ἀρκετὲς ἐκδόσεις τῆς ἴδιας ᾿Ακολουθίας, ἐνῶ τὸ 1980 προστέθηκαν καὶ Χαιρετισμοὶ καὶ ᾿Εγκώμια στὴν παρθε­νομάρτυρα ἀπὸ τὸν ἴδιο ὑμνογράφο. 

῾Η πρώτη εἰκονογράφηση τῆς νεομάρτυρος χρονολο­γεῖ­ται τὸ 1858 σὲ κάποιο ἔργο τοῦ ἱεροδιακόνου ῾Ιεροθέου τῆς ῾Ι. Μονῆς Λογγοβάρδας καὶ μετέπειτα ἐπισκόπου Ρε­θύμνης καὶ Αὐλοποτάμου, ὅπου εἰκονίζονται ὅλοι οἱ μετὰ τὴν ἅλωση νεο­μάρτυρεςÿ σ᾿ αὐτὴν ἀπεικονίζεται ἡ ᾿Ακυλίνα μαζὶ μὲ τὴν Κυράννα καὶ τὴν ᾿Αργυρῆ. 

᾿Επίσης στὸν κεντρικὸ ναὸ τοῦ Ζαγκλιβερίου, τὸν ἅγιο Γεώργιο, βρίσκονται τρεῖς ἀπὸ τὶς παλαιότερες εἰκό­νες τῆς ἁ­γίας. ῾Η πρώτη χρονολογεῖται τὸ 1903 καὶ παρου­σιάζει ὁλόσω­μη τὴν ἁγίαÿ κάτω ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ περι­έχονται δύο σκηνὲς ἀπὸ τὸ βίο της, ἡ μαστίγωση καὶ ἡ κοίμησή της, ἐνῶ ἐπάνω ἀριστερὰ παριστάνεται ὁ Χριστὸς νὰ εὐλογεῖ τὴν ἁγία. ῾Η δεύτερη εἰκόνα ποὺ παρουσιάζει ἐπίσης ὁλόσωμη τὴν ᾿Ακυλίνα φέρεται ὡς δέηση τοῦ “Πολυκάρπου ᾿Αθανα­σίου Γιαγκούδη Ζαγκλιβερινῷ Παντο­κρατορινῷ ἐν ῾Αγίῳ ῎Ο­ρει τῇ 1 Σεπτεμ­βρίου 1904”, εἶναι δηλαδὴ προσφορὰ τοῦ ἰ­δίου προσώπου, δαπάνη τοῦ ὁποίου ἔγινε καὶ ἡ πρώτη ᾿Ακο­λουθία πρὸς τιμὴν τῆς νεομάρτυρος. Τέ­λος, ἡ τρίτη εἰκόνα εἶναι δέηση τοῦ Παναγιώτη ᾿Αναγνώ­στου τὸ 1913, καὶ εἰ­κο­νίζονται ἡ ἁγία ᾿Ακυλίνα μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Κυράννα. Καὶ οἱ τρεῖς εἰκόνες ἔχουν ἁγιορειτικὴ προέλευση.
   Τα λείψανα της Αγίας βρίσκονται στον Ι. Ν. Αγίας Ακυλίνας Ζαγκλιβερίου Θεσσαλονίκης 50χλμ. από την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Ὁ Γέροντας Παΐσιος γιά τίς ἐκλογές καί τά κόμματα

Λίγο πρίν τίς ἐκλογές εἶχαν πάει μερικοί ἐπισκέπτες στό Γέροντα μέ σκοπό νά τόν ρωτήσουν τί γνώμη εἶχε καί ποιόν, κατά τή γνώμη του, ἔπρεπε νά ψηφίσουν. Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε:
 -Κοιτάξτε βρέ παιδιά! Ποιός εἶναι πιό κοντά στήν Ἐκκλησία, ποιός ἀγωνίζεται γι' αὐτήν καί γιά τήν πατρίδα καί ποιός ἔχει ζωή σύμφωνη μ΄αὐτά ποῦ λέει; Ὅποιον βλέπετε πώς εἶναι πιό καλός καί πιό κοντά στήν Ἐκκλησία, αὐτόν νά ψηφίζετε. Δέ λέω νά ψηφίζετε κόμματα, ὅπως αὐτά πού βγαίνουν καί λέγονται Χριστιανοδημοκρατικά κ.λ.π., γιατί εἶναι λάθος. Δέν πρέπει νά κομματιαζόμαστε. Ἐμεῖς πρέπει νά ἀγαποῦμε πρῶτα τήν Ἐκκλησία μας καί μετά τήν πατρίδα μας καί νά ψηφίζουμε αὐτούς πού βλέπουμε νά ἀγωνίζονται γι' αὐτά τά δύο. Βλέπετε, ὁ Μακρυγιάννης κι ὅλοι οἱ μεγάλοι ἥρωες γί αὐτά τά δύο ἀγωνίστηκαν κι ἔχυσαν τό αἷμα τους. Πρῶτα ὑπέρ πίστεως καί μετά ὑπέρ πατρίδος. Γι' αὐτό καί 'μεις, σήμερα, πρέπει νά τούς εἴμαστε εὐγνώμονες, πού εἴμαστε ἐλεύθεροι καί ὄχι...

 δοῦλοι τῶν Τούρκων καί νά προσπαθοῦμε τέτοιοι Ἕλληνες νά βγαίνουν στήν ἐξουσία, πού νά χύνουν τό αἷμα τούς πρῶτα ὑπέρ τῆς πίστεως καί μετά ὑπέρ τῆς πατρίδος. Σήμερα δυστυχῶς βάλαμε μέσα στή Βουλή ἀνθρώπους νά μᾶς διοικοῦν τῶν ὁποίων τό ἱστορικό εἶναι πολύ ἐπιβαρημένο.
Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἱερομόναχου Χριστόδουλου Ἁγιορείτου "Ὁ γέρων Παΐσιος"

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ 
 (14 Σεπτεμβρίου)


ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΟΝ ΤΙΜΙΟ ΣΤΑΥΡΟ
ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΘΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣΜΟΥ
ΠΑΣΑΛΟ ΤΟΝ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΟΙ ΙΕΧΩΒΑΔΕΣ ΚΑΙ ΞΥΛΟ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι ένας ακόμα σημαντικός εορτολογικός σταθμός της Εκκλησίας μας.

Οι πιστοί την ημέρα αυτή καλούνται να τιμήσουν και να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου ώστε να αντλήσουν δύναμη και χάρη από αυτόν.


Η μεγάλη αυτή Δεσποτική εορτή δίνει επίσης την ευκαιρία σε όλους μας να σκεφτούμε ορισμένες βασικές αρχές και αλήθειες της πίστης μας, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη θεολογία του Σταυρού.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η οποία διασώζει μόνη Αυτή ανόθευτη την βιβλική και πατερική διδασκαλία, αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Σε αντίθεση με την ποικίλη ετεροδοξία, η οποία, είτε αδιαφορεί να αποδώσει τιμή στο Σταυρό (Προτεσταντισμός), είτε πολεμά ευθέως Αυτόν, ως ειδωλολατρικό σύμβολο (Mάρτυρες του Ιεχωβά). Η Εκκλησία μας θέσπισε πολλές φορές προσκύνησης και τιμής του Σταυρού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως, στις 14 Σεπτεμβρίου.

Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική πίστη κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, διότι η σημασία του είναι πραγματικά τεράστια. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία του για τη ζωή της Εκκλησίας.
Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ’ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι’ αυτόν και για την Εκκλησία καύχηση. «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6:13), διότι « ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι,»(Α΄Κορ. 1:17»,επιεδή ο Ιησούς Χριστός «εγενήθη εν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις» (1 Κορ.1:30) ως ο «Εσταυρωμένος» (1 Κορ.1:23). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως έσχιστος κακούργος. Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος, «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν μάλλον δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5:8-10).

Ο Σταυρός πριν τη μεγάλη σταυρική θυσία του Χριστού ήταν έχθιστο φονικό όργανο εκτέλεσης κακούργων. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος» (Γαλ.3:1). Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε ως κακούργος πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως. Από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, από αποκρουστικό και απαίσιο όργανο των δημίων έγινε φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδίνων κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς.

Η παράδοξη αυτή και μεγάλη αλλαγή συντελέσθηκε επειδή η άμετρη θεία αγάπη και ευσπλαχνία δε λειτούργησε εκδικητικά προς την ανθρώπινη αγνωμοσύνη και κακουργία. Μέσα στην απύθμενη θεία φιλανθρωπία δεν υπάρχει «χώρος» για μίσος, θυμό και εκδίκηση. Ο Θεός, ως η απόλυτη αγάπη (Α΄ Ιωάν.4:8,) αντί εκδίκησης ανταπέδωσε στον άνθρωπο ευσπλαχνία και του δώρισε τη λύτρωση από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του κακού και του χάρισε την αιώνια ζωή.

Χάρη λοιπόν στην άμετρη αγάπη του Θεού, το φρικτό φονικό όργανο των ανθρώπων μετεβλήθη σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως.

Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμωνος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού. Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχοντας υπόψη τους αυτή τη μεγάλη αλήθεια διατύπωσαν την περίφημη θεολογία του Σταυρού. Το ιερότατο αυτό σύμβολο είναι πια συνυφασμένο με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη. Γι’ αυτό και δεν είναι ειδωλολατρία να προσκυνείται από τους πιστούς, διότι προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, σημαίνει προσκύνηση του ιδίου του Χριστού, του Οποίου είναι το σημείο και η ενθύμηση της απολυτρωτικής Του θυσίας.

Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν. γ΄ κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο εγκάρσια ξύλα, που συνθέτουν το σύμβολο του Σταυρού, συμβολίζουν την ένωση των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Φυσικά η ένωση των ανθρώπων περνά αναγκαστικά από τη σχέση τους με το Θεό. Το εγκάρσιο ξύλο παριστά, επίσης, τα δύο χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία είναι ανοιγμένα για να αγκαλιάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι ακόμα η φοβερή δύναμη κατά των αντίθεων δυνάμεων. Μέχρι το σταυρικό θάνατο του Χριστού, ως όργανο του κακού, χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή και το θάνατο. Αφότου ο Θεός καταδέχτηκε να καρφωθεί και να πεθάνει πάνω σ’ αυτόν μεταβλήθηκε σε όπλο εναντίων εκείνων που το χρησιμοποιούσαν.

Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν». Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι το θαυμαστό φυλακτήριο των πιστών. Δεν υπάρχει αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας που να μην σταυρώνονται οι πιστοί, δεν υπάρχει στιγμή προσευχής που να μην ποιούμε το σημείο του Σταυρού, δεν υπάρχει δύσκολη στιγμή που να μην αγιάζουμε το σώμα μας με το σημείο του Σταυρού για να θωρακιζόμαστε έτσι κατά των δυνάμεων του κακού. Ο Τίμιος Σταυρός αντικατέστησε όλα τα δεισιδαίμονα και αναποτελεσματικά φυλακτήρια του παρελθόντος.

Οι πιστοί πλέον φέρουν με καμάρι Αυτόν ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά του κακού, αλλά και ως ομολογία της πίστης τους στην μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού. Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν, ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο!.

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς μάχονται με λύσσα το σημείο του Σταυρού. Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και αντ’ αυτού τον ονομάζουν πάσαλο. Στην Καινή Διαθήκη έχουν αντικαταστήσει την ονομασία του Σταυρού με ξύλο!

Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16:24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά.

Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει»(Ρωμ.6:8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν.

Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά πρέπει να σταυρώσει ο άνθρωπος όχι το σαρκίο του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος. «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».

Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας.

Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η κλήση προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε. Ο Κύριος μας περιμένει.
Πηγή: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Πότε κάνουμε το σταυρό μας κατά τις ακολουθίες 

Κάνουμε τον σταυρό μας:

1. Μόλις ανάψουμε το κερί μας.

2. Όταν μπαίνουμε στους Ιερούς Ναούς και όταν βγαίνουμε από αυτούς.

3. Στην αρχή κάθε ακολουθίας.

4. Σε κάθε Τριαδική εκφώνηση.
Δηλαδή κάθε φορά που θα λέγεται ή θα ψάλλεται το: «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι», η όταν ακούγεται το «… του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…».

5. Σε κάθε εκφώνηση της Παναγίας:
«Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας…» που υπάρχει στα Ειρηνικά, Πληρωτικά και Μικρές Συναπτές.

6. Στα Απολυτίκια ή Τροπάρια όταν και όπου ακούγεται το όνομα του Αγίου ή της Αγίας της ημέρας, του Ναού κλπ.

7. Στον Όρθρο, όταν ψάλλεται, επαναλαμβανόμενο, το Μεγαλυνάριο της Παναγίας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ…». Το σταυρό μας είναι προτιμότερο να τον κάνουμε , όταν φθάνει η ψαλμωδία στο: «…την όντως Θεοτόκον …», για να τονίζεται η πίστη ότι εγέννησε Θεόν.

8. Στη Μικρή και Μεγάλη Είσοδο, όταν περνούν από μπροστά μας το Ευαγγέλιο και τα Τίμια Δώρα.

9. Στον Τρισάγιο Ύμνο: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς».

10. Στο «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν…» το οποίο επαναλαμβάνεται τρις. Μαζί με το σταυρό μας σ’ αυτήν την περίπτωση κάνουμε κάθε φορά και μία μικρή μετάνοια.

11. Πριν από το τέλος του Εσπερινού, όταν ο Ιερέας λέγει το «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου…».

12. Στις απολύσεις των ακολουθιών (Εσπερινού, Όρθρου και λοιπών ακολουθιών), καθώς και στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας.

13. Κάθε άλλη φορά, κατά τις διάφορες αιτήσεις του Ιερέα , εφ’ όσον αυτό αναπαύει ή ευχαριστεί τον πιστό.

14. Όταν προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες ή άγια Λείψανα.

15. Πριν κοινωνήσουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία. 

ΔΕΝ κάνουμε τον σταυρό μας:

1. Όταν μας θυμιάζει ο Ιερέας. Στις περιπτώσεις αυτές αντί σταυρού, κάνουμε μια υπόκλιση της κεφαλής ευχαριστούντες τον Ιερέα για την τιμή που μας κάνει: Μετά τις άγιες Εικόνες να θυμιάζει και εμάς, ως εικόνες του Θεού! Εάν καθόμαστε, πρέπει να σηκωνόμαστε.

2. Όταν στην αρχή του Όρθρου αναγινώσκεται ο Εξάψαλμος.
Το σταυρό μας μπορούμε να κάνουμε στην αρχή και στο τέλος του Εξάψαλμου. Σ’ όλη όμως τη διάρκεια αυτού, ακόμη και στο μέσον του, όταν λέγουμε τα «Δόξα… Και νυν… Αλληλούια…» ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας, αλλά παρακολουθούμε «εν πάση σιωπή και κατανύξει» τον Αναγνώστη, ο οποίος «μετ’ ευλαβείας και φόβου Θεού», διαβάζει τον Εξάψαλμο. Διότι ο χρόνος αυτός της αναγνώσεως προεικονίζει το χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου με φόβο και τρόμο θα αναμένουμε την τελική κρίση Του για εμάς. Και, όπως τότε, έτσι και τώρα θα πρέπει σιωπώντες, όρθιοι, ακίνητοι, χωρίς μετακινήσεις η, προπαντός, χωρίς και τους παραμικρούς θορύβους, να παρακολουθούμε την ανάγνωση αυτή. (Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εσπερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες είναι ο Όρθρος της επομένης. Διότι τότε, αφηρημένοι, μπαίνουμε στους Ναούς χωρίς να προσέχουμε, εάν εκείνη την ώρα διαβάζεται ο Εξάψαλμος. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παραμένουμε ακίνητοι στην είσοδο του Κυρίως Ναού και μετά το πέρας της αναγνώσεως να μετακινούμαστε για να καταλάβουμε τη θέση μας).

3. Όταν φιλάμε το χέρι Ιερωμένου.
Η συνήθεια ορισμένων να κάνουν το σταυρό τους πριν φιλήσουν το χέρι του Επισκόπου ή Ιερέα ή οποιουδήποτε ρασοφόρου είναι λανθασμένη. Το σταυρό μας τον κάνουμε, όταν ασπαζόμαστε τις άγιες Εικόνες και όχι όταν ασπαζόμαστε το χέρι του Ιερωμένου. Όταν λοιπόν πρόκειται να επικοινωνήσουμε ή να συναντηθούμε με Ιερωμένο, μπορούμε να πούμε «Ευλόγησον, Δέσποτα ή Πάτερ» ή «Την ευχή σας, Σεβασμιώτατε ή Άγιε Καθηγούμενε ή Πάτερ και κάνοντας μία μικρή υπόκλιση της κεφαλής να ασπαστούμε το δεξί του χέρι, οπότε συνεχίζουμε το διάλογο μαζί του, όπως επιθυμεί ο καθένας. Το ίδιο κάνουμε και φεύγοντας από κοντά του. Λέμε, «Την ευχή σας ή Ευλογείτε, Πάτερ», κάνουμε μικρή υπόκλιση, προτείνοντας τις παλάμες μας σταυροειδώς, ασπαζόμαστε τη δεξιά του και φεύγουμε.

4. Όταν λαμβάνουμε το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, το οποίο (χέρι) στη συνέχεια το ασπαζόμαστε.

από το :”Λατρευτικό Εγχειρίδιο” σελ. 168,171

του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου