Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

«ΑΓΑΠΑΤΕ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΗΜΩΝ»
Λέγει ο Χριστός στην επί του Όρους ομιλία του·
«Ακούσατε ότι έχει λεχθεί· μάτι για μάτι και δόντι για δόντι. Αλλά εγώ σας λέγω να μη αντισταθείτε στον πονηρό. Αλλά εάν κάποιος σε ραπίσει στη δεξιά σιαγόνι να στρέψεις σ’ αυτόν και το άλλο. Και σε κείνον, που θέλει να σε σύρει σε δικαστήριο και να πάρει το πουκάμισό σου, άφησέ του και το πανωφόρι. Κι αν κάποιος σε αγγαρεύσει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο. Σ’ αυτόν που σε ζητά, να δίνεις. Και σ’ αυτόν που θέλει να δανειστεί από σένα μην αρνηθείς.
»Ακούσατε ότι έχει λεχθεί· Ν’ αγαπάς τον πλησίον σου και να μισείς τον εχθρό σου. Αλλά εγώ σας λέγω, ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευλογείτε αυτούς που σας καταριώνται, να ευεργετείτε όσους σας μισούν, και να προσεύχεστε για όσους σας συμπεριφέρονται κακώς και σας διώκουν, για να γίνετε παιδιά του επουράνιου πατέρα σας, διότι ανατέλλει τον ήλιο του για κακούς και για καλούς και βρέχει για ευσεβείς και ασεβείς. Εάν δε αγαπήσετε όσους σας αγαπούν, ποιο μισθό θα έχετε; Δεν κάνουν το αυτό και οι τελώνες; Και εάν δείξετε στοργή στους φίλους σας μόνο, τι εξαιρετικό κάνετε. Δεν κάνουν έτσι και οι τελώνες; Να γίνετε λοιπόν τέλειοι, όπως ο πατέρας σας ο ουράνιος είναι τέλειος» (Ματθ. 5, 38-48).
Και ο Χριστός δεν τα είπε αυτά μόνο θεωρητικά αλλά και τα βίωσε κατά τον πιο υπεύθυνο τρόπο. Την στιγμή που η αδικαιολόγητη κακία, ο σαδισμός και η θηριωδία των ανθρώπων είχε φθάσει στο απροχώρητο, ο Χριστός αντί να τους καταραστεί ή να τους τιμωρήσει είπε το αλησμόνητο και συνταρακτικό «πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λκ. 23,34). Οι άνθρωποι του ζητούσαν να κατεβεί από τον σταυρό που εκείνοι τον είχαν ανεβάσει και κείνος δεν κατέβηκε· οι άνθρωποι προσπάθησαν πάση θυσία να κάνουν το Θεό θνητό και κείνος με τη θυσία του, τους έκανε αθάνατους.
Ζητά όμως από αυτούς που θα τον ακολουθήσουν, ν’ απαρνηθούν τον εαυτό τους, ν’ άρουν κι αυτοί με τη σειρά τους τον οιονδήποτε σταυρό τους και να τον ακολουθήσουν στη ζωή που εκείνος τους έδειξε. Να φθάσουν στην κορυφή μιμήσεως του Χριστού και να συγχωρήσουν ακόμη και τους εχθρούς τους.
* * *
Αυτό που δίδαξε και έζησε ο Χριστός το έζησαν όλοι οι γνήσιοι μαθητές του αλλά συγχρόνως προσπάθησαν και να το εμπνεύσουν στους δικούς τους μαθητές. Ο αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Χαμακιώτης (1891-1967) ο οποίος έζησε στην ιστορική μονή της Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα 25 έτη ­–ως μοναχός και αργότερα ως ιερομόναχος– και μετά (1931-1967) υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις στην Αθήνα (Μετόχι Σιμωνόπετρας στον Βύρωνα, Γλυφάδα, Μάνδρα, Μαρούσι, και Ροδόπολη, όπου ίδρυσε Ησυχαστήριο και κει εκοιμήθη αφήνοντας φήμη αγίου ανδρός), υπήρξε κατ’ εξοχήν αυτός που βίωσε και δίδαξε την αγάπη προς τους εχθρούς.
Σε μια χειρόγραφη προσευχή του διαβάζουμε· «Δος μοι Κύριε, την χάριν σου, ώστε ν’ αφήνω τα αμαρτήματα των ενόχων απέναντί μου, να συγχωρώ προθύμως τους πταίοντας εις εμέ, να δεικνύω αγάπην προς τους εχθρούς μου και αντί των κακών, τα οποία εκείνοι προξένησαν εις εμέ, εγώ να τους πληρώνω με αγαθοεργίας».
Έλεγε στα πνευματικά του παιδιά· «Μη συγχωρείς ποτέ τον εαυτό σου. Να συγχωρείς όμως πάντοτε και εύκολα τους άλλους».
Ο αρχιμ. Νεκτάριος Αντωνόπουλος, στο βιβλίο που συνέγραψε για τον π. Αθανάσιο, (Αθανάσιος Χαμακιώτης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, Ιούνιος 2005, Δ´έκδοση) μας διασώζει την εξής εκπληκτική ιστορία.
«Ζούσε κάποτε στο Μαρούσι μια φτωχή οικογένεια, που δοκιμάστηκε από αλλεπάλληλες συμφορές. Εκείνη την περίοδο είχε μείνει η χήρα μητέρα, μ’ ένα γιο, νέο παληκάρι γύρω στα τριάντα χρόνια. Το παιδί αυτό ήταν η μόνη ανθρώπινη παρηγοριά για τη φτωχή και άρρωστη μητέρα. Οικονομικά βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση.
»Δυστυχώς μια νέα συμφορά ήρθε να χτυπήσει το φτωχό αυτό σπιτικό. Ο γιος βρέθηκε σε μια παρέα. Ξεκίνησε κάποια διαφωνία, οι εγωισμοί και τα νεύρα τεντώθηκαν και το κακό δεν άργησε να γίνει. Το νέο παληκάρι, πάνω στη στη συμπλοκή σκοτώθηκε. Ο δράστης συνελήφθη και κλείστηκε στη φυλακή.
»Ο πόνος για τη χαροκαμένη μητέρα αβάσταχτος. Ξαφνικά έμεινε μόνη χωρίς καμμία ανθρώπινη παρουσία. Σε λίγο πήρε το δρόμο για τη Νερατζιώτισσα (αρχαίος ναός της Παναγίας στο Μαρούσι, όπου εφημέριος ήταν ο π. Αθανάσιος) ν’ αποθέσει το δράμα της στον π. Αθανάσιο. Ο γέροντας συμμάζεψε τον πόνο της. Έκλαψε μαζί της. Στάλαξε το βάλσαμο της ουράνιας παρηγοριάς. Και προχώρησε πιο πέρα. Έμεινε για λίγο σκεφτικός. Πόνεσε όχι μόνο το θύμα αλλά και τον θύτη, που βρισκότανε στη φυλακή. Θυμήθηκε το «εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με». Θυμήθηκε τον άγιο Διονύσιο Ζακύνθου που συγχώρησε το φονιά του αδελφού του και τον έκρυψε από τους αστυνομικούς, όταν εκείνοι τον καταδίωκαν. Και πρότεινε αυτό το δρόμο των αγίων στην πονεμένη μάνα. Της ζήτησε όχι μόνο να συγχωρήσει τον εγκληματία αλλά και κάτι παραπάνω.
–Παιδί, σκέψου και αυτό τον άνθρωπο τώρα εκεί που βρίσκεται στη φυλακή. Θα υποφέρει από τύψεις συνειδήσεως, θα κρυώνει, θα πεινάει. Ο Χριστός μας έδωσε εντολή να συγχωρούμε τους εχθρούς μας. Γι’ αυτό και συ να του πλέξεις μόνη σου μία φανέλα, να του πάρεις και λίγα τρόφιμα και να του τα πας στη φυλακή!
»Η απλή αυτή γυναίκα, που δεν ήξερε να διαβάσει, που δεν γνώριζε «θεολογία», αλλά ζούσε στην πράξη την εκκλησιαστική ζωή, δεν αντέδρασε. Έκανε υπακοή στον γέροντα. Γύρισε σπίτι και με τα ίδια της τα χέρια έπλεξε τη φανέλα. Όταν την ετοίμασε αγόρασε από το υστέρημά της τρόφιμα, γλυκά κ.λ.π. τα έβαλε σε μια μεγάλη τσάντα και ξεκίνησε για την φυλακή. Ζήτησε τον άνθρωπο αυτόν κι όταν εκείνος ήλθε, αντίκρισε έκπληκτος το πρόσωπο της μάνας, που σήκωσε ένα τόσο βαρύ σταυρό. Του παρέδωσε με καλοσύνη την τσάντα και γύρισε αναπαυμένη».
Η παραπάνω ιστορία δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα καλύτερα συναξάρια της εκκλησιαστικής παραδόσεώς μας πάνω στο μεγάλο θέμα της συγχωρήσεως και της αγάπης. Δείχνει ότι το παράδειγμα του Χριστού, όταν τον σταυρώνανε, και του αγίου Στεφάνου του πρωτομάρτυρα, όταν τον λιθοβολούσαν, που όχι μόνο δεν οργίστηκαν αλλά και προσευχήθηκαν ο Θεός να μη τιμωρήσει τους ένοχους, το μιμηθήκανε αναρίθμητοι άνθρωποι ανά τους αιώνες. Και τα παραδείγματα αυτά είναι μία πρόκληση και μία πρόσκληση και σε μας τους σημερινούς χριστιανούς να τους ακολουθήσουμε και να τους συναγωνιστούμε. Γένοιτο.
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ