Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013


Πολλά ἤ αἰώνια;
 
«Χρόνια πολλά», μιά εὐχή πού πλη­θωρικά ἀκούγεται στήν ἀρχή τοῦ νέου ἔτους –καί ὄχι μόνο- σέ ὅλα τά πλάτη καί μήκη τῆς γῆς. Διατυπωμένη προφορικά σέ ποιητικό ἤ πε­ζό λόγο ἤ γραπτά μέ ἁπλά ἤ καλλιγραφικά γράμ­ματα, σέ μιά κόλλα χαρτί ἤ σέ κάρτες ἐντυ­πωσιακές, σέ διάφορα ἔντυπα ἤ σέ ἠ­λεκτρονική μορφή, προβάλλει μέ­σα ἀπό τίς δύο λέ­ξεις της τόν κοινό παν­α­θρώπινο πό­θο, τήν δίψα μας γιά ζωή. Καθώς δια­χέ­ον­ται ἀ­κόμη γύρω μας οἱ ἀ­πόηχοι τῆς ἑορ­τα­στικῆς ἀτμό­σφαιρας ταιριάζει νά ἀπο­τολμή­σου­με ἕναν σχολιασμό στό νό­ημα τῆς εὐ­χῆς.
 Καί πρῶτα-πρῶτα, τί σημαίνει αὐτό τό «χρό­νια πολλά»; Πόσα εἶναι τά πολλά χρόνια πού εὐχό­μαστε; Δέν χορταί­νου­με οὔτε μέ ἑκατό οὔτε μέ χίλια χρόνια, διότι εἴμαστε πλασμένοι γιά τήν αἰωνιό­τητα. Κι ἄν ὅλοι θέλουμε πολλά, ἀτέ­­λειωτα χρόνια ζωῆς, ποιός ἀπό μᾶς ἀ­γνοεῖ ὅτι ἀργά ἤ γρή­γο­ρα τελειώνει ἡ ζωή μας σ' αὐτόν τόν κόσμο; Τό νέο ἔ­τος, πού μέ χαρές καί ἐλ­πί­δες ὑπο­δε­χθή­καμε, ἤδη προχωρεῖ καί ἡ δύση τῆς κά­θε μέρας μειώνει τόν χρόνο πού ἀ­πο­­μέ­νει νά διανύσει ὁ καθένας μας πάνω στήν γῆ. Ρεαλιστικό ὅσο καί τρα­γικό ὀρ­θώνεται τό ἐ­ρώτημα: «Ποῦ πᾶς, ἄν­θρω­πε; Μέ κάθε σου βῆμα τρέ­χεις γοργά-γοργά πρός τό μνῆμα». Διψοῦμε γιά ζωή καί ζώντας προ­χω­ροῦμε καθη­με­ρινά πρός τόν θάνατο!
 Ὡστόσο, ἄν «ὁ κόσμος πα­ράγεται (=περ­νᾶ καί φεύγει) καί ἡ ἐπιθυμία αὐ­τοῦ» (Α´ Ἰω 2,17), ἡ δύναμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα. Αὐτός εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβ 13,8). Νά τό στα­θερό σημεῖο, ἡ βάση ὅπου μπο­ρεῖ νά σταθεῖ ἡ εὐχή, γιά νά μήν μετα­βάλλεται σέ κούφια λόγια, γιά νά μήν καταν­τοῦμε ἀνε­δαφικοί ἀε­ρο­λό­γοι ὅταν τήν ἐπαναλαμβά­νου­με. Ὡς Θε­ός ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι μόνο αἰώνιος, πού θά πεῖ ὅτι δέν ἔχει τέ­λος. Εἶναι καί ἀΐδιος, δη­λα­δή δέν ἔχει ἀρχή. Οἱ ἄνθρωποι καί τά πνεύματα (ἄγγελοι, δαίμονες) ἔ­χουν ἀρχή, δέν εἶ­ναι ἀΐδι­οι, εἶ­ναι ὅ­μως αἰώνιοι, διότι θά ὑ­πάρχουν πάν­τα.
 Πλασθήκαμε «κατ᾿ εἰ­κό­να καί καθ᾿ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ». Στό «κατ' εἰκόνα» κρύβεται ἡ δύναμη τῆς αἰωνιότητος, ὁ σπόρος τῆς αἰωνιότητος πού ἀπό τήν δημιουργία μας φύτεψε μέσα μας ὁ Θεός. Στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» βρί­σκεται ἡ ποιότητα τῆς αἰωνιότητος, ἄν, δηλαδή, θά εἴμα­στε μαζί μέ τόν Θεό στήν αἰω­νιό­τη­τα ἤ χωρίς τόν Θε­ό. Χωρίς τόν Θεό σημαίνει κόλα­ση ἤ, καλύτερα, σημαίνει ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νά προσλάβει τήν ἀγα­πη­τική παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος βέβαια εἶναι πανταχοῦ πα­ρών. Ὁ Θε­ός εἶναι φῶς, ἀλλά τό φῶς αὐτό τό προσλαμβάνει καθένας ἀνάλογα μέ τήν ἐσωτερική του πνευματική κατά­σταση. Τούς πιστούς τούς φωτίζει καί τούς εὐφραίνει τό φῶς τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τούς ἀμετανόητους ἀπίστους τούς σκοτίζει καί τούς κατακαίει. Αὐτό εἶναι κόλαση! Δέν χρειάζονται οὔτε φωτιές οὔτε ἄλλα βασανιστήρια. Εἶ­ναι, γιά νά χρη­σιμοποιήσω παρά­­­δει­γ­μα ἀπό τήν αἰσθητή ἀν­θρώπινη πρα­γματικότητα, ἕνα αἴσθημα σάν ἐ­κεῖνο πού θά ἔνιωθε κάποιος κλει­σμένος σ' ἕναν χῶρο, ἔστω ἕνα εὐρύχωρο καί πλούσιο σαλόνι, ὅπου ὅ­μως δέν θά εἶχε τήν δυνατότητα νά ἐπι­κοι­νω­νήσει μέ κανένα ἀγαπη­μέ­νο του πρόσωπο.  Καί νά εἶναι αὐτή ἡ κατά­σταση ἀτέλειωτη, αἰώνια! Ποιός θά ἐ­πιθυμοῦ­σε νά ζήσει χρόνια πολ­λά σέ ἕνα τόσο τρα­γικό καί ἀκατά­παυστο μαρτύριο; Κανείς! Ἡ εὐχή μας «χρό­νια πολλά» ἀποκτᾶ περιεχό­με­νο, ἀ­ποπνέει γλυκύτητα, ὡραιότη­τα καί εὐφροσύνη, ὅταν τά χρόνια πού εὐ­χόμαστε εἶναι μέ τόν Χριστό, μέσα στήν δική του παρουσία καί χά­ρη. Μέ ἁπλά λόγια, «χρόνια πολλά» σημαίνει χρόνια αἰώ­νια. 
 Οἱ πολλοί σηκώνουν ἀδιάφορα τούς ὤμους ὅταν ἀκούσουν γιά αἰ­ωνιότητα. Νομίζουν πώς εἶναι κάτι τό ὀμιχλῶδες καί ἀβέβαιο, πού θά ξεκα­θαρισθεῖ μετά τόν θάνατο καί ποιός περιμένει μέχρι τότε γιά νά βεβαι­ω­θεῖ ἄν ὑπάρχει μετά θάνατον ζωή, ἄν εἶναι πραγματικότητα ὁ παράδεισος καί ἡ κόλαση; Ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο λάθος! Ἡ αἰωνιότητα ἀρχίζει ἀπό αὐ­τό τόν κόσμο, ἀπό τήν στιγμή τῆς ἔν­ταξης τοῦ πιστοῦ στό μυστικό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκκλησία. Ὅπως μέ τήν γέννηση τοῦ παιδιοῦ ἀρχίζει ἡ φυσική ζωή, πού τελειώνει μέ τόν θάνατο, ἔτσι μέ τήν πνευμα­τική ἀναγέννηση πού συντελεῖται στό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος ἀρχίζει ἡ πνευματική ζωή, πού ὀνομάζεται καί ἐν Χριστῷ, καί αἰώνια ζωή ἤ, ὅπως διαβάζουμε στήν ᾿Αποκάλυψη, χιλιό­χρονη ζωή. Αὐτή ἡ ζωή δέν τελειώνει ποτέ, προσφέρεται δέ στούς πιστούς σέ τρεῖς δόσεις:
* Τήν πρώτη δόση τῆς αἰώνιας ζωῆς τήν ἀπολαμβάνουμε σ᾿ αὐτόν τόν κό­σμο, ὅταν ζοῦ­με ὡς ζων­τανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν μελέτη τῆς ἁ­γίας Γραφῆς, μέ τήν προσευχή, μέ τήν ἐνσυνείδητη συμμετοχή μας στά ἱερά μυστήρια, μέ τήν ὅλη χρι­στιανική βιοτή, πού στηρίζεται στήν ἐφαρμογή τοῦ θεϊκοῦ παραγγέλ­μα­τος «ἔκκλινον ἀπό κακοῦ καί ποίησον ἀγαθόν» (Ψα 33,15), ψηλαφοῦμε τήν παρουσία τοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ πατέρα μας, συνο­μι­λοῦ­με μαζί του καί χαι­ρόμαστε τά δῶρα τῆς ἀγάπης του. Δέν ἔχουμε θλίψεις καί πειρασμούς, ἀρρώστιες, συ­κο­φαν­τίες καί τόσα ἄλλα χτυπή­μα­τα; Καί βέ­βαια ἔχουμε! Δέν τά ἐξα­λείφει αὐτά ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μᾶς ὁπλίζει ὅμως μέ τήν χάρη του, ὥστε ὅ­λα τά δυσάρεστα νά γί­νονται σκα­λο­πά­τι πού μᾶς ἀνεβάζει στήν δόξα του, διαπιστευτήρια πού ἀπο­δε­ικνύ­ουν τήν συγγέ­νει­ά μας μέ τόν ἐσταυ­ρω­μένο Κύριο. Μέσα ἀπό τίς θλίψεις ὁ πιστός κοινωνεῖ στό πά­θος τοῦ Χρι­στοῦ, «μεταλαμβάνει τῆς ἁγιό­τητος τοῦ Θεοῦ» (βλ. Ἑβ 12,10). Παίρ­νει δύνα­μη καί κουράγιο, ὥστε νά ἀπολαμ­βά­νει γλυκύτερα, πιό χορ­τα­στι­κά τήν αἰώνια ζωή.
* Μετά τόν θάνατο ἀρχίζει ἡ δεύτε­ρη δόση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γιά τούς λυτρωμένους, δηλαδή γιά ἐκεί­νους πού μετανοημένοι καί ἐξο­μο­λογη­μένοι κλείνουν τά μάτια στόν μάταιο αὐτό κόσμο, ἡ μετά θάνατον πρα­γματικότητα εἶναι τέλεια. Ἐδῶ δέν ὑ­πάρχουν πλέον θλίψεις καί δο­κιμασίες, ἀλλά μία συ­νεχής καί ἀνεμ­πό­διστη κοινωνία τῆς ψυχῆς μέ τόν Χριστό, μέ τήν Παναγία, μέ τούς ἁ­γί­ους, μέ τούς ἀγγέ­λους. Εἶναι τέ­λεια, ὄχι ὅμως ὁλοκληρωμένη, διότι λείπει τό σῶμα.
* Ἡ χαρά τῆς αἰωνιότητος ὁλο­κλη­ρώνεται μέ τήν τρίτη δόση τῆς αἰ­ώ­νιας ζωῆς, πού ἀρ­χίζει μέ τήν Δευ­τέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου καί τήν τελική κρίση. Τότε ὁ πιστός, ψυχή καί σῶμα ἀναστημένο καί ἄφθαρτο σάν τό σῶμα τοῦ ἀναστημένου Ἰη­σοῦ Χριστοῦ, θά χαίρεται καί θά ἀ­πολαμ­βάνει τήν θεϊκή παρουσία καί μακα­ρι­ότητα. Ἔτσι ἐκπλη­ρώ­νε­ται στήν τελειότερη μορφή της ἡ εὐχή «χρό­νια πολλά».
 Ἡ ἐκπλήρωση τῆς εὐχῆς αὐτῆς εἶναι δεδομένη γιά τούς χριστιανούς, διότι σ' αὐτούς ἡ πίστη παρέχει ὡς κεκτημένο δικαίωμα τήν αἰωνιότητα. Ἀπό πλευρᾶς Θεοῦ, τά χρόνια τῶν πιστῶν εἶναι ὄχι ἁπλῶς πολλά, ἀλλά αἰώνια. Τό πόσο ἐμεῖς ἀξιοποιοῦμε αὐτό τό δι­καίωμα ἐξαρτᾶται ἀπό τό πόσο ἐνεργοποιοῦμε, πόσο βιώ­νου­με τήν πίστη στήν ζωή μας. Πό­σο τῆς ἐπιτρέπουμε νά μᾶς ἀνοίξει τά μάτια γιά νά ἀποκρυπτογραφήσουμε τήν σκο­πι­μό­τη­τα τῶν εὐ­χά­ριστων καί δυσά­ρε­στων τῆς καθημερινότητας μέ τήν βεβαιότητα ὅτι γιά τήν χαρά καί τήν δόξα τοῦ παραδείσου μᾶς ἑ­τοι­μάζει ὁ Θεός. Ἄς συμπλη­ρώ­σου­με, λοιπόν, τήν εὐχή «χρόνια πολλά» μέ τήν προσευχή· «Κύριε, πρόσθεσέ μας πίστη, γιά νά ζοῦμε μέ συνεχῆ καί ἀληθινή μετάνοια»!
Στέργιος Ν. Σάκκος