Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012


Στὴ Θεσσαλονικη ἀπὸ 13 ἕως 26 Ὀκτωβρίου ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας "Ἄξιόν ἐστι" ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὅρος!

Τοῦ Γιώργου Θεοχάρη
Ἡ συμπρωτεύουσα ὑποδέχεται τὴν ἱστορικὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, «Ἄξιόν Ἐστι» - Χιλιάδες προσκυνητὲς ἀπὸ κάθε γωνιὰ τῆς Ἑλλάδας ἀναμένεται νὰ ἀσπαστοῦν ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα κειμήλια τοῦ Ἄθωνα.  Νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι τὸν περασμένο μήνα ἡ Ἔκτακτη Διπλὴ Ἱερὰ Σύναξη τῶν Ἡγουμένων καὶ Ἀντιπροσώπων τῶν εἴκοσι Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἔλαβε αὐτὴ τὴν ἀπόφαση μετὰ ἀπὸ αἴτημα τοῦ μητροπολίτη Θεσσαλονίκης  Ἄνθιμου γιὰ νὰ συμμετέχει  καὶ στὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις γιὰ τὴ συμπλήρωση 100 χρόνων τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό.  Πρόκειται γιὰ μία σημαντικὴ ἀπόφαση τῶν ἁγιορειτῶν στὰ πλαίσια τῆς ἐνισχύσεως τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος τοῦ δοκιμαζόμενου λαοῦ.
Ἡ ἔξοδος αὐτὴ ἀποφασίστηκε μετὰ ἀπὸ αἴτημα τοῦ μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ἄνθιμου. Πρόκειται γιὰ τὴ Πέμπτη κατὰ σειρὰ ἔξοδο τῆς εἰκόνας αὐτῆς ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὅρος. Ἡ πρώτη εἶχε γίνει τὸ 1963 στὴν Ἀθήνα, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων τῆς χιλιετηρίδας τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Ἡ δεύτερη πραγματοποιήθηκε τὸ 1985 στὴ Θεσσαλονίκη, ἡ τρίτη τὸ 1987 στὴν Ἀθήνα ὅπου συνέρρευσαν ἑκατομμύρια πιστοί. Ἡ τέταρτη τὸ 1999 στὴν Ἀθήνα μετὰ ἀπὸ....
 τὸν ἰσχυρὸ σεισμό.

Ἡ ἱστορία τῆς Θαυματουργοῦ εἰκόνας 

 Παλιὰ ἡ εἰκόνα αὐτὴ βρισκόταν σὲ ἕνα παντοκρατορινὸ κελὶ στὴν τοποθεσία τὴ λεγόμενη «κοιλάδα τοῦ Ἄδειν» κοντὰ καὶ κάτω ἀπὸ τὴ σκήτη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα. Τὴν 11 Ἰουνίου 980 ὁ γέροντας ἔλειπε ἀπὸ τὸ κελί, καθὼς εἶχε πάει σὲ μία ἀγρυπνία στὶς Καρυές, ἀφήνοντας μόνο τὸν ὑποτακτικό του.
 Ὁ ὑποτακτικὸς τὴ νύχτα ἔκανε κανονικὰ τὸν κανόνα του. Ἀκούει σὲ μία στιγμὴ νὰ τοῦ χτυπᾶνε τὴν πόρτα, ἀνοίγει καὶ βλέπει ἕναν περαστικὸ νὰ τοῦ ζητάει νὰ τὸν φιλοξενήσει, πράγμα ποὺ γίνεται. Συνεχίζει ὁ μοναχὸς τὸν κανόνα τοῦ μέχρι ποὺ φτάνει στὴν 9η ὠδὴ «Τὴν τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ...». Τότε τὸν διακόπτει ὁ φιλοξενούμενος καὶ τοῦ λέει: «Ὄχι, πρῶτα θὰ πεῖς: Ἄξιόν Ἐστι ὡς ἀληθῶς...» ὡς συμπλήρωμα τοῦ ὑπὸ τοῦ Κοσμᾶ Μαϊουμᾶ Μεγαλυνάριου τῆς Θεοτόκου.
 Ὁ μοναχὸς ἐνθουσιασμένος ζητάει νὰ τοῦ γράψει ὁ νέος τὸν ὕμνο. Ὁ νέος, ποὺ ἔγραψε τὸν ὕμνο καὶ ἐξαφανίστηκε, κατὰ τὴν παράδοση ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ. Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ γέροντας τοῦ εἶπε ὁ ὑποτακτικὸς τὰ γεγονότα καὶ ἀφοῦ ἐνημερώθηκε ἡ Ἱερὰ Κοινότητα μεταφέρθηκε ἡ εἰκόνα στὸ Πρωτάτο, ὅπου καὶ συνεχίζει νὰ θαυματουργεῖ μέχρι σήμερα, ἐνῶ καὶ τὸ κελὶ ποὺ τιμήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀρχαγγελικὴ ἐπίσκεψη φέρει ἐπίσης τὸ ὄνομα «Ἄξιόν ἐστι».
 Ἔτσι, τὸ Μεγαλυνάριο αὐτὸ τῆς Θεοτόκου ποὺ συνέθεσε ὁ Κοσμᾶς (ὁ ἐπίσκοπος Μαϊουμὰ) σήμερα ὀνομάζεται «Ἄξιόν Ἐστι», ἐκ τῶν δύο πρώτων λέξεων τοῦ Θεομητορικοῦ αὐτοῦ Ὕμνου ποὺ ἔχει ὡς ἑξῆς:

Ἄξιον ἐστὶν ὡς ἀληθῶς
μακαρίζειν σὲ τὴν Θεοτόκον,
τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον
καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν.
Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ
καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφεὶμ
τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν,
τὴν ὄντως Θεοτόκον,
Σὲ μεγαλύνομεν.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Δια να μην αμαρτάνωμεν
Εκτύπωση
Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος


« … Δια να μην αμαρτάνης του λοιπού σου δίδω τας εξής πατρικάς συμβουλάς. 
1 ) Να προσεύχεσαι αδιαλείπτως νοερώς, μετά προσοχής, επιμελείας και συναισθήσεως να λέγης διαφόρους προσευχάς, όσας γνωρίζης και ιδίως την σύντομον προσευχήν . Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, και το Δόξα σοι ο Θεός, Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς κ.λ.π. Να προσεύχεσαι και όταν περιπατής καθ’ οδόν, και όταν εργάζεσαι, και όταν πίπτης εις την κλίνην να αναπαυθής, και όταν εγείρεσαι και εν παντί καιρώ και πάση ώρα. Όταν, λοιπόν, προσεύχεσαι μετ’ ευλαβείας, επιμελείας, προσοχής και κατανύξεως ο εχθρός δεν πλησιάζει , αλλά και αν πλησιάση και όσας φοράς πλησιάση φεύγει, αναχωρεί άπρακτος… 
2 ) Να ενθυμήσθε πάντοτε τον Θεόν. Επειδή το αμαρτάνειν γίνεται , λέει ο Μ. Βασίλειος ,κατ’ απουσίαν Θεού. Όταν λησμονήσωμεν τον Θεόν , λησμονήσωμεν ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, και μας βλέπει και τίποτε δεν τον λανθάνει ή καλόν ή κακόν. Τότε δεν θα αμαρτάνωμεν. Πώς ποιήσω το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου μου και αμαρτήσομαι, είπεν ο νέος Ιωσήφ ο σώφρων, ο ανδρείος κατά την ψυχήν, ο ωραίος και πάγκαλος, εις την ασελγεστάτην κυρίαν του, η οποία τον παρεκίνει προς αμαρτίαν . Και ούτω έφυγε την αμαρτίαν , ο δε προφητάναξ Δαβίδ, ηλικιωμένος , υπανδρευμένος, με παιδιά , ελησμόνησε τον Θεόν , αμάρτησε , και αφού μετενόησε πικρά , επενθούσε, ενήστευε, ηγρύπνει και εστέναζε δια την αμαρτίαν. Δια να μην αμαρτήση εις το εξής εσκέπτετο πάντοτε ότι ο Θεός ήτο έμπροσθέν του. « Προωρώμην τον Κύριόν μου, ότι δια παντός ενώπιόν μου εστι, ίνα μη σαλευθώ » , έλεγε. 
3 ) Να ενθυμήσαι τον θάνατον. Μνήσθητι, τέκνον μου, των εσχάτων σου και ουχ αμαρτήσεις , μας συμβουλεύει ο Σοφός Σειράχ. Εκείνος που ενθυμείται διαρκώς τον θάνατον, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ή τελείως ή ολίγον θέλει αμαρτήσει… 
4 ) Να αγαπήσης τον Θεόν με όλην σου την ψυχήν, την καρδίαν, την δύναμιν και την διάνοιαν, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Αγάπην όμως όχι ψευδή, με λόγια, αλλά πραγματικήν, και όταν αγαπά τις τον Θεόν ολοψύχως μένει μαζί με τον Θεόν μένει μαζί με αυτόν. Πού πλέον να πλησιάση ο πονηρός, η αμαρτία; … 
Αυτάς τας τέσσερας πατρικάς συμβουλάς , αγαπητόν μου τέκνον, σου δίδω και ως παρακαταθήκην σου αφήνω, και αν αυτάς φυλάξης μετά προσοχής και επιμελείας θα σωθής και θα κερδίσης την βασιλείαν των ουρανών , της οποίας είθε να αξιωθώμεν πάντες. 

Μετά πατρικής αγάπης και εγκαρδίων ευχών 
Φιλόθεος Ζερβάκος Αρχιμ. »

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012


ΑΓΙΑ ΑΚΥΛΙΝΑ ἡ ΖΑΓΚΛΙΒΕΡΙΝΗ, 

νεομάρτυς († 27.9.1764) 

27 Σεπτεμβρίου 

῾Η ἁγία ᾿Ακυλίνα εἶναι ἡ δεύτερη γυναίκα νεο­μάρτυς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Λαγκαδᾆ. Νωρίτερα ἀπὸ αὐτὴν εἶχε μαρτυρήσει ἡ ἁγία Κυράννα ποὺ κατα­γόταν ἀπὸ τὴν ῎Οσσα. Καὶ οἱ δύο γυναῖκες μαρτύρησαν σὲ νεαρὴ ἡλι­κία καὶ μάλιστα σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα μεταξύ τους. ῾Η ᾿Ακυλίνα ὅμως σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν Κυράν­να ὁδηγή­θηκε στὸ μαρτύριο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν πατέρα της. 

Οἱ πληροφορίες ποὺ ἀντλοῦμε γιὰ τὸ βίο τῆς ᾿Ακυλί­νας πρὸ τοῦ μαρτυρίου της ἀπὸ τὸ Συναξάριό της εἶναι ἐλά­­­χι­στες. Σ᾿ αὐτὸ τονίζεται κυρίως ἡ σταθερότητα καὶ ἡ ἐμμο­νή της στὴν ἀληθινὴ πίστη, ποὺ τὴν ὁδήγησε τελικὰ στὸ μαρ­­τύριο. 

῾Η ᾿Ακυλίνα καταγόταν ἀπὸ τὸ Ζαγκλιβέρι, χωριὸ τῆς ἐπαρχίας Λαγκαδᾆ, ποὺ ὑπαγόταν στὴν ἐπισκοπὴ ᾿Αρδαμε­ρί­ου. ῾Η οἰκογένειά της ἦταν μιὰ ἁπλὴ χριστιανικὴ οἰκογέ­νεια καὶ πιθανότατα ἡ ᾿Ακυλίνα ἦταν τὸ μοναδικὸ παιδὶ σ᾿ αὐτή, καθὼς στὸ Συναξάριό της δὲν γίνε­ται λόγος γιὰ ἀ­δέλ­φια τῆς νεομάρτυρος. 

Κάποια μέρα ὁ πατέρας τῆς ᾿Ακυλίνας διαπληκτιζόμε­νος μ᾿ ἕναν Τοῦρκο, ἄθελά του τὸν σκότωσε. Τὸν συνέλαβαν λοιπὸν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν πασᾆ τῆς Θεσσαλονίκης μὲ τὴν κατηγορία τοῦ φόνου. ᾿Εκεῖ ὁ πατέρας της ἐμπρὸς στὴν ἀπειλὴ τοῦ θανά­του, ἀποφάσισε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. ῞Οταν συνέβη αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ἡ ᾿Ακυλίνα ἦταν ἀκόμη βρέ­φος. ῾Η μητέρα της ὅμως, ἡ ὁποία παρέμεινε σταθερὴ στὴν ὀρθό­δοξη πίστη, μεγά­λωσε τὴ μικρὴ ᾿Ακυλίνα “ἐν παιδείᾳ καὶ νου­θεσίᾳ Κυρίου” καὶ δὲν ἔπαψε οὔτε στιγμὴ νὰ τὴν προ­ετοιμάζει οὕτως žστε νὰ εἶναι ἕτοιμη νὰ δεχθεῖ ἀκόμη καὶ τὸ μαρτύριο, ἂν χρειαζό­ταν, παρὰ νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Στὸ Συναξάριο τονίζεται ἰδιαί­τερα καὶ ἐπαινεῖται ἡ στάση τῆς μητέρας της, ἡ ὁποία παρέ­βλεψε τὴ φωνὴ τῆς μητρικῆς της καρδιᾆς καὶ δὲν δίστασε ἀκόμη καὶ νὰ προτρέψει τὴν κόρη της στὸ μαρτύριο. 

῎Ετσι ἡ μικρὴ ᾿Ακυλίνα ποὺ μεγάλωνε μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεως ἔγινε στόχος τῶν Τούρκων φίλων τοῦ πατέρα της, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαυσαν οὔτε στιγμὴ νὰ τὸν πιέζουν γιὰ νὰ τὴν πείσει νὰ ἐξωμόσει καὶ αὐτή. ῾Ο πατέρας της, ὁ ὁποῖος πί­στευε ὅτι εὔκολα θὰ τὴν ἔπειθε, τοὺς καθησύχαζε λέγον­τάς τους: “μὴ σᾆς μέλῃ διὰ τὴν θυγατέρα μουÿ αὐτὴ εἶναι εἰς τὸ ἐδικόν μου χέρι, καὶ ὅτε θέλω τὴν τουρκίζω”. 

῞Οταν ὅμως ἡ ᾿Ακυλίνα ἔφτασε σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν καὶ οἱ πιέσεις τῶν Τούρκων ἔγιναν ἀφόρητες, ὁ πατέρας της ἐπα­νέλαβε τὴν προσπάθειά του γιὰ νὰ τὴν πείσει νὰ ἀλλαξο­πι­στήσειÿ ἀλλὰ ἡ ᾿Ακυλίνα ἀνταπάντησε στὴν προ­σπάθεια αὐτὴ τοῦ πατέρα της μὲ τὴ σταθερότητά της. Τοῦ δήλωσε πὼς δὲν ἐπρό­κειτο νὰ προδώσει τὴν πίστη της, ὅπως ἔπραξε ἐκεῖνος ποὺ ἦταν δειλός, ἀλλὰ ὅτι προτιμοῦσε νὰ θυσιάσει ἀκόμη καὶ τὴ ζωή της γι᾿ αὐ­τή. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ περι­στατικό, ἀπογοητευμένος ὁ πατέ­ρας της ἀπὸ τὴν ἀποτυχία του, δή­λωσε στοὺς Τούρκους ὅτι παραιτεῖται πλέον ἀπὸ τὴν προσ­πάθεια νὰ μεταπείσει τὴν κό­ρη του τὴν ὁποία ἄφηνε στὴ διάθεσή τους. 

Τότε οἱ Τοῦρκοι συνέλαβαν τὴν ᾿Ακυλίνα καὶ τὴν ὁδή­­γησαν στὸν κριτή. Καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς πορείας πρὸς τὸ κριτήριο, τὴν ᾿Ακυλίνα συντρόφευε καὶ ἐνθάρρυνε ἡ μη­τέρα της ποὺ προσπαθοῦσε μὲ κάθε τρόπο νὰ τῆς τονώσει τὸ φρό­νημα, ἔτσι žστε νὰ μὴ δειλιάσει μπροστὰ στὰ βασανι­στήρια καὶ νὰ μὴ φοβηθεῖ τὸ μαρτύριο. Μόλις ἔφθασαν στὸ κριτήριο, ἡ μη­τέρα της ποὺ τὴν ἀκολουθοῦσε πιστά, ἀπομα­κρύνθηκε βίαια ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐνῶ ἡ ᾿Ακυλίνα ὁδηγή­θηκε ἐνώπιον τοῦ κριτῆ, ὅπου, μένοντας πιστὴ στὶς νουθε­­σίες τῆς μητέρας της, δήλωσε πὼς ἄδικα προσπαθοῦσαν νὰ τὴν μεταπείσουν καὶ πὼς δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πί­στη της. ῾Ο κριτὴς νομίζοντας ὅτι θὰ τὴν κάμψει βασανί­ζοντάς την, διέταξε νὰ τὴν γυμνώ­σουν γιὰ νὰ τὴν ραβδί­σουν. ῾Η ᾿Ακυλίνα ὅμως ἀντιμετώπισε μὲ τέτοια γενναιότητα τὰ χτυπήματα, žστε οἱ Τοῦρκοι ἀπο­φάσισαν νὰ χρησιμοποιή­σουν κάποιο ἄλλο μέσο γιὰ νὰ ἐπιτύ­χουν τὸ σκοπό τους. Συνέχισαν λοιπὸν τὴν προσπάθεια μὲ ὑπο­σχέ­σεις καὶ κολα­κεῖεςÿ κάποιος μάλιστα Τοῦρ­κος πρού­χοντας, τῆς ὑποσχέθη­κε νὰ τὴν κάνει νύφη του ἂν ὑπέκυπτε στὶς προτάσεις τουςÿ ἀλλὰ οὔτε αὐτὲς οἱ προκλήσεις καὶ τὰ δελεάσματα στάθηκαν ἱκανὰ γιὰ νὰ κλονίσουν τὸ φρόνημα τῆς ᾿Ακυλίνας, γι᾿ αὐτὸ ὁ κριτὴς διέταξε καὶ πάλι νὰ τὴ ραβ­δίσουν, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. ῞Υστερα ἀπ᾿ αὐτό, τὴ ράβδι­σαν γιὰ τρίτη φορά, τόσο ἄγρια, žστε τὴν ἄφησαν μισοπεθα­μένη. 

Σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση τὴν παρέδωσαν σὲ κάποιον χρι­­στιανὸ γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὸ σπίτι της, ὅπου ἡ μητέ­ρα της ἐναγωνίως προσευχόταν καὶ περίμενε νὰ μάθει τὰ ἀπο­τε­λέσματα ἀπὸ τὴν σύλληψη τῆς κόρης της. ῞Οταν τὴν ἀντίκρυ­σε σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄθλια κατάσταση τὴν ἀγκάλιασε καὶ τὸ μόνο ποὺ τὴν ρώτησε ἦταν τί ἔκαμε. ῾Η ᾿Ακυλίνα μόλις καὶ μετὰ βίας τῆς ἀπάντησε ὅτι: “καὶ τὶ ἄλλο ἤθελα νὰ κά­μω, ὦ μῆτέρ μου, πάρεξ ἐκεῖνο ὁποὺ μοὶ ἐπαράγ­γειλες; ἰδοὺ κατὰ τὴν συμ­φωνίαν ὁποὺ εἴχαμεν ἐφύλαξα τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεώς μου”, καὶ ἀμέσως παρέδωσε τὸ πνεῦμα της. Μετὰ τὴν κοίμη­σή της τὸ λείψανό της ὅπως καὶ ὅλος ὁ χῶ­ρος τοῦ σπιτιοῦ μέχρι τὸν τόπο ὅπου τὴν ἐνταφίασαν πλημ­μύρισε ἀπὸ μιὰ ἄρ­ρητη εὐωδία. Τὴν ἴδια νύκτα ἕνα οὐράνιο φῶς στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸν τάφο τῆς νεομάρτυρος. 

῞Ενα ἀρκετὰ σοβαρὸ πρόβλημα ὑπάρχει σχετικὰ μὲ τὸν τόπο ἐντα­φια­σμοῦ τοῦ τιμίου λειψάνου τῆς ἁγίας ᾿Ακυλίνας. Κανένας δὲν γνωρίζει ποῦ ἀκριβῶς τάφηκε καὶ ποῦ βρίσκε­ται σήμερα τὸ λείψανό της, ἀφοῦ οὔτε στὸ Συναξάριό της, ἀλλὰ οὔτε καὶ κάπου ἀλλοῦ δὲν σημειώνεται ὁ τόπος ταφῆς της. Κάποια προφο­ρικὴ παράδοση ἀναφέρει ὅτι οἱ Τοῦρκοι διέταξαν νὰ ταφεῖ στὸ τζαμὶ ἔτσι žστε, ἔστω καὶ μετὰ τὸ θάνατό της, νὰ τὴν κάμουν δική τους. Τὴ νύκτα ὅμως ἕνα θεῖο φῶς στάθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὸν τάφο τῆς ἁγίας μέχρις ὅτου ὑποχρέωσε τρεῖς χρι­στιανούς, τὰ ὀνό­ματα τῶν ὁποίων διατηρεῖ ἡ παράδοση, νὰ κλέψουν τὸ λεί­ψανο τῆς ᾿Ακυλί­νας καὶ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν σὲ κάποιο μέ­ρος, τὸ ὁποῖο ὁρκίστη­καν νὰ κρατήσουν μυστικὸ ἀπὸ φόβο μὴ τυχὸν τὸ μάθουν οἱ Τοῦρκοι καὶ τὸ συλήσουν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ παρέμει­νε ἄγνωστο μέχρι τὶς ἡμέρες μας τὸ μέ­ρος ὅπου θάφτηκε τελικὰ τὸ σῶ­μα τῆς μάρτυρος. 

῾Η μνήμη τῆς ἁγίας ᾿Ακυλίνας τιμᾆται ἀπὸ τὸ 1957 στὶς 27 Σεπτεμβρίου, ἡμέρα τῆς τελειώσεώς της. Μέχρι τότε ἡ ᾿Ακυλίνα ἑορταζόταν στὶς 24 ᾿Απριλίου. Αἰτία αὐτῆς τῆς ἑορ­τολογικῆς μετατοπίσεως ἦταν τὸ ὅτι οἱ κά­τοικοι τοῦ Ζαγ­κλι­βερίου ἤθελαν νὰ συνδέσουν τὶς δύο με­γάλες πανηγύρεις τοῦ χωριοῦ τους, τοῦ ἁγίου Γεωργίου, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου τι­μῶνταν ὁ κεντρικὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ, καὶ τῆς ἁγίας τους. ᾿Απὸ τὸ 1957 ὅμως ἡ ᾿Ακυλίνα ἄρχισε νὰ ἑορτά­ζεται πλέον στὶς 27 Σεπτεμβρίου, ἐνῶ ἀπὸ τὸ 1984 καὶ μετά, ποὺ συστή­θηκε καὶ δεύτερη ἐνορία στὸ χωριό, τῆς ἁγίας ᾿Ακυλίνας, καὶ ἄρχισε ἡ ἀνοικοδόμηση μεγαλοπρεπέ­στατου ναοῦ πρὸς τιμήν της, ἡ μνήμη της καὶ ἡ ἑορτή της μετατοπίσθηκαν ἐπισήμως τὴν 27η Σε­πτεμβρίου. 

῾Ο Βίος καὶ τὸ Μαρτύριο τῆς παρθενομάρτυρος ᾿Ακυ­λί­νας περιλήφθηκε ἀπὸ τὸν ὅσιο Νικόδημο τὸν ῾Αγιο­ρείτη στὸ ἔργο του Νέον Μαρτυρολόγιον, ἐνῶ ἀργότερα συμπερι­λήφθηκε καὶ σὲ διάφορες ἄλλες ἐκδόσεις ποὺ ἀκολούθησαν μαζὶ μὲ τὴν ᾿Ακολουθία της. 

Σὲ κάποιο χειρόγραφο ποὺ βρέθηκε στὸ ναὸ τοῦ ἁγί­ου Γεωργίου στὸ Ζαγκλιβέρι ὑπάρχει μία πρόσφατα ἐκδεδο­μένη ᾿Ακολουθία πρὸς τιμὴν τῆς ᾿Ακυλίνας, ποὺ ψαλ­λόταν μέχρι τὸ 1969. ῾Η ᾿Ακολουθία, ὡς κάτοχος τῆς ὁποίας φέ­ρε­ται ὁ μοναχὸς Πολύκαρπος ᾿Αθ. Γιακούδης Παν­τοκρατορι­νὸς καὶ τῆς ὁποίας ὁ συνθέτης εἶναι ἄγνωστος, περιλαμβά­νει τὴν ᾿Ακολου­θία τοῦ ῾Εσπερινοῦ, τοῦ ῎Ορθρου, τὴ Λειτουρ­γία, τὸ Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῆς ῾Αγίας. Τὸ Σε­πτέμβριο τοῦ 1969 ὁ ὑμνογρά­φος τῆς Μεγάλης τοῦ Χρι­στοῦ ᾿Εκκλησίας, Γεράσιμος ὁ Μι­κραγιαννανίτης, συνέθεσε ᾿Ακολουθία πρὸς τιμήν της, ἡ ὁποία ψάλλεται ἀπὸ τότε στὴν ἑορτὴ τῆς ἁγί­ας. Μέχρι σήμερα ἀκο­λού­θησαν ἀρκετὲς ἐκδόσεις τῆς ἴδιας ᾿Ακολουθίας, ἐνῶ τὸ 1980 προστέθηκαν καὶ Χαιρετισμοὶ καὶ ᾿Εγκώμια στὴν παρθε­νομάρτυρα ἀπὸ τὸν ἴδιο ὑμνογράφο. 

῾Η πρώτη εἰκονογράφηση τῆς νεομάρτυρος χρονολο­γεῖ­ται τὸ 1858 σὲ κάποιο ἔργο τοῦ ἱεροδιακόνου ῾Ιεροθέου τῆς ῾Ι. Μονῆς Λογγοβάρδας καὶ μετέπειτα ἐπισκόπου Ρε­θύμνης καὶ Αὐλοποτάμου, ὅπου εἰκονίζονται ὅλοι οἱ μετὰ τὴν ἅλωση νεο­μάρτυρεςÿ σ᾿ αὐτὴν ἀπεικονίζεται ἡ ᾿Ακυλίνα μαζὶ μὲ τὴν Κυράννα καὶ τὴν ᾿Αργυρῆ. 

᾿Επίσης στὸν κεντρικὸ ναὸ τοῦ Ζαγκλιβερίου, τὸν ἅγιο Γεώργιο, βρίσκονται τρεῖς ἀπὸ τὶς παλαιότερες εἰκό­νες τῆς ἁ­γίας. ῾Η πρώτη χρονολογεῖται τὸ 1903 καὶ παρου­σιάζει ὁλόσω­μη τὴν ἁγίαÿ κάτω ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ περι­έχονται δύο σκηνὲς ἀπὸ τὸ βίο της, ἡ μαστίγωση καὶ ἡ κοίμησή της, ἐνῶ ἐπάνω ἀριστερὰ παριστάνεται ὁ Χριστὸς νὰ εὐλογεῖ τὴν ἁγία. ῾Η δεύτερη εἰκόνα ποὺ παρουσιάζει ἐπίσης ὁλόσωμη τὴν ᾿Ακυλίνα φέρεται ὡς δέηση τοῦ “Πολυκάρπου ᾿Αθανα­σίου Γιαγκούδη Ζαγκλιβερινῷ Παντο­κρατορινῷ ἐν ῾Αγίῳ ῎Ο­ρει τῇ 1 Σεπτεμ­βρίου 1904”, εἶναι δηλαδὴ προσφορὰ τοῦ ἰ­δίου προσώπου, δαπάνη τοῦ ὁποίου ἔγινε καὶ ἡ πρώτη ᾿Ακο­λουθία πρὸς τιμὴν τῆς νεομάρτυρος. Τέ­λος, ἡ τρίτη εἰκόνα εἶναι δέηση τοῦ Παναγιώτη ᾿Αναγνώ­στου τὸ 1913, καὶ εἰ­κο­νίζονται ἡ ἁγία ᾿Ακυλίνα μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Κυράννα. Καὶ οἱ τρεῖς εἰκόνες ἔχουν ἁγιορειτικὴ προέλευση. 

Μή κρίνετε!


 Κρίση - Κατάκριση

Προφανώς ελαφρά η εντολή. Ελαφρά, διότι εάν με κά­ποιαν προσοχήν εξετάσωμεν το πράγμα, θα ίδωμεν ότι είναι εύκολον να αποφύγωμεν την κατάκρισιν, να προφυλάξωμεν την ψυχήν και το στόμα μας από αυτήν. Άλλωστε η κατάκρισις δεν είναι κάτι το εξ αρχής, το εκ γενετής ριζωμένον και ζυμωμένον με την ψυχήν μας. Είναι κάτι μάλλον το εξωτερικόν, όταν μάλιστα πρόκειται δια την κατάκρισιν εκείνην, που δεν γίνεται από εμπάθειαν και μίσος, αλλά από επιπολαιότητα και απροσεξίαν και από την συνήθη τάσιν να ομιλούμεν πάντοτε περί των άλλων.

Και όμως, η κατάκρισις δεν είναι μόνον ελαφρά αλλά και βαρειά αμαρτία, ευρύτατα, δυστυχώς, διαδεδομένη. Την συναντώμεν παντού. Αποτελεί μίαν μολυσμένην ατμόσφαιραν, την οποίαν συνεχώς αναπνέομεν. Είναι ένα συνηθισμένον φαινόμενον, που ημπορεί να πει κανείς ότι αποτελεί κατάστασιν πλέον δια τον άνθρωπον. «Ουδέν ούτως ηδύ τοις ανθρώποις, ως το κατακρίνειν τα αλλότρια» λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Αυτή ακριβώς η ευρεία διάδοσις της κατακρίσεως κάμνει την αμαρτίαν αυτήν δυσπολέμητον και μας παρουσιάζει την θείαν εντολήν «μη κρίνετε» ως βαρείαν.

Κανείς δεν ημπορεί να αρνηθεί την θλιβεράν αυτήν πραγματι­κότητα, αλλά και κανείς ορθοφρονών δεν ημπορεί σοβαρώς να ισχυρισθεί ότι είναι δικαιολογημένος να κατακρίνει επειδή άλλοι κατακρίνουν. Αλλοίμονον, αν ως κριτήριον και κανόνα της ηθικής ημών ζωής βάλωμεν την άτακτον ζωήν των άλλων. Η ιδία η συνείδησίς μας, όσον και αν έχει επισκιασθεί από την κρατούσαν εις την κοινωνίαν μας σύγχυσιν και αταξίαν, θα διαμαρτυρηθεί και θα καταδικάσει την κατάκρισιν. Αυτή θα φωνάξη ότι κανών της ζωής μας πρέπει να είναι όχι η φωνή και η συνήθεια του κόσμου, αλλά η ιδική της φωνή, η οποία εις την τελευταίαν της ανάλυσιν είναι φωνή του Θεού. Δι' αυτό και ο κάθε άνθρωπος ευρίσκει ορθήν και δικαίαν την εντολήν του Θεού «μη κρίνετε», έστω και αν ο ίδιος παρασύρεται εις την κατάκρισιν.

       «Μη κρίνετε!» Αλήθεια, διατί να κρίνωμεν τον άλλον; Διατί να ασχολούμεθα μ' όσα λέγουν και κάμνουν οι άλλοι; Ποίος μας κατέστησεν ερευνητάς, ελεγκτάς και κριτάς της συμπεριφοράς των άλλων; Κανείς. Άλλωστε ημείς δεν αμαρτάνομεν; Εξ αντιθέτου ο λόγος του Θεού πολλές φορές και με έντονον τρόπον απαγορεύει αυτήν την κριτικήν, αυτήν την επίκρισιν των άλλων. «Μη κρίνετε», διατάσσει ο Κύριος. Διότι το δικαίωμα της κρίσεως το έχει Αυτός. Αυτός είναι ο νομοθέτης και ο κριτής. απέναντι αυτού είμεθα υπόλογοι όλοι οι άνθρωποι κρίνοντες και κρινόμενοι. Και επομένως η διάθεσις και η συνή­θεια ημών να κρίνωμεν και να επικρίνωμεν τους άλλους, είναι υφαρπαγή και σφετερισμός εξουσίας και δικαιωμάτων του Κυ­ρίου. Είναι ασέβεια απέναντι αυτού τούτου του δικαίου Κριτού.

Δι' αυτό και ο αδελφόθεος Ιάκωβος γράφει προς τον κατακρίνοντα: «Εις εστιν ο νομοθέτης και κριτής, ο δυνάμενος σώσαι και απολέσαι. συ δε τις ει ος κρίνεις τον έτερον;» Και δια σε τον ίδιον έχει νομοθετήσει ο Θεός να σέβεσαι και να αγαπάς τον πλησίον. Όταν όμως κατακρίνης τον αδελφόν σου, παρα­βαίνεις και καταφρονείς τον νόμον του Θεού, καταδικάζεις με την πράξιν σου και ακυρώνεις τον νόμον της αγάπης. Δεν εί­σαι πλέον ο τηρητής αλλά ο καταλύτης του νόμου και παρου­σιάζεσαι, συ ο αμαρτωλός άνθρωπος, με θρασείαν αξίωσιν να επικρίνης τους άλλους και να αρπάζεις ξένα δικαιώματα (Ιακ. δ' 11, 12). Και έτσι με την κατάκρισίν σου διαπράττεις αμάρτη­μα βαρύτερον ίσως από εκείνο, που έπραξεν ο αδελφός σου.

 Και συμπληρώνει ο απόστολος Παύλος: «Διό αναπολόγη­τος ει, ω άνθρωπε, πας ο κρίνων. εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις. τα γαρ αυτά πράσσεις ο κρίνων» (Ρωμ. β' 1). Όλοι είμεθα υπεύθυνοι ενώπιον του Κυρίου. Εις αυτόν θα δώσωμεν λόγον δια τας πράξεις μας. Όταν όμως συ κατακρί­νεις και καταδικάζεις τον άλλον, ποίαν απολογίαν θα παρου­σίασης εμπρός εις τον Κύριον και πώς θα τολμήσεις να ζήτη­σεις έλεος και επιείκειαν; Και ακριβώς διότι γνωρίζεις, πόσον οργίζεται ο Θεός κατά των αμαρτωλών - και η κατάκρισις εί­ναι αμαρτία - δια τούτο θα μείνει αναπολόγητος κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν της Δευτέρας Παρουσίας. Σκέψου δε ότι ο άνθρωπος, τον οποίον συ κατακρίνεις, ημπορεί να μετανοήσει, ή να έχη μετανοήσει και να εύρει έλεος ενώπιον του Θε­ού, να σωθεί και να δοξασθεί, ενώ συ μένεις με την βαρείαν ενοχήν της κατακρίσεως. Και έτσι ενώ κατακρίνεις τον άλλον, καταδικάζεις εσύ ο ίδιος τον εαυτόν σου.

Βαρείαι φαίνονται αι θεόπνευσται αυταί αποφάνσεις της Αγίας Γραφής. Αυστηραί αι καταδίκαι κατά της κατακρίσε­ως. Και να σκεφθεί κανείς ότι δεν είναι αι μόναι. Εις πολλά άλ­λα χωρία καταδικάζει με δικαίαν αυστηρότητα η Αγία Γραφή την κατάκρισιν, διότι την θεωρεί ασέβειαν απέναντι του Θεού και έλλειψιν αγάπης απέναντι του πλησίον. Αυτά είχεν υπ' ό­ψιν του και ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έλεγεν: «Αδελφοί, μη γινώμεθα πικροί δικασταί και κατήγοροι των άλλων, δια να μη ευρεθώμεν βαρέως υπεύθυνοι ενώπιον του Θεού. Μη λησμονούμεν ότι διεπράξαμε και ημείς σοβαρά αμαρτήματα, που έχουν ανάγκην μεγαλυτέρας συγγνώμης. Ας φαινώμεθα λοιπόν επιει­κείς προς τους άλλους, όσον βαρειά και αν έχουν αμαρτήσει, δια να εξασφαλίσωμεν και ημείς δια τον εαυτόν μας το έλεος και την επιείκειαν του Θεού».

Ας είναι λοιπόν σύνθημα και κανών της ζωής μας αγαπη­τοί ο λόγος του Κυρίου. «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε».

(Από το θρησκευτικόν περιοδικόν «Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ» Ηλιου­πόλεως Αθηνών, που εξέδιδε ο μακαριστός χαρισματούχος ιεροκήρυξ Δημήτριος Παναγόπουλος)